lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σφίγγω

Λεξικό: αγγλικά σφίγγω
Μεταφράσεις: clasp, clench, clutch, compress, embrace, grasped, grip, hold, hue, hug, shake, squeeze, tighten, wring, clamp, constrict, jam
σφίγγω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: komprimovat, lisovat, napnout, obejmout, objímat, obsáhnout, obsahovat, pazour, podepřít, přitisknout, sevřít, slisovat, stáhnout, štípat, štípnout, stisknout, stlačit, svírat, tisknout, vtěsnat, zahrnovat, zatnout, zmáčknout, zúžit
σφίγγω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anspannen, drücken, kneifen, quetschen, spannen, umarmen, umfassen, zerdrücken, zerquetschen, zusammenpressen, zwicken, ballen, geballt, zuziehen
σφίγγω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: knuge, knuse, omfavne, presse, trykke, stramme
σφίγγω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abracar, abrazar, apretar, comprimir, estrechar, estrujar, oprimir, presionar, recalcar, abarcar, abrazarse
σφίγγω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appuyer, bander, comprimer, embrasser, enlacer, éteindre, étreindre, pincer, presser, resserrer, rétreindre, serre, serrer
σφίγγω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbracciare, attanagliare, avvincere, avvinghiare, comprimere, premere, serrare, sostenere, spremere, stringere
σφίγγω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: knuge, krama, omfavne, presse, trykke, knipe, stramme
σφίγγω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обнимать, охватывать, пожимать, сдавливать, сжимать, стискивать, обнять, зажимать, обхватывать
σφίγγω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klämma, krama
σφίγγω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: përqafoj
σφίγγω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: здушваць, скарачаць, сціскаць
σφίγγω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pigistama
σφίγγω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahtaa, jännittää, kiristää, litistää, puristaa, tiivistää
σφίγγω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zagrliti
σφίγγω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kézszorítás, megölelni, megszorítani, ölelés
σφίγγω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apertar, comprimir, oprimir, abarcar, abraçar
σφίγγω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ambreiaj
σφίγγω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: варення, варити, варитися, вирізати, давка, джем, замикати, замкніться, замкнути, замок, запирати, затискати, затискач, затиснути, зварити, здавлювати, змусити, змусьте, кипіння, ковток, контракт, напруга, напруження, напружити, напружитися, напружувати, напружуватися, нарив, натягати, натягнути, натягти, натягувати, обмежити, обмежувати, перешкоджати, перешкодити, підрядний, прикріпити, примусити, примушувати, прищикнути, прищикувати, прищипнути, прищипувати, розплющити, розплющувати, скоба, скріпка, стискати, стискувати, стиснути, стримати, стримувати, укус, ущипнути, шматок, щипати, щипнути, японець, прикріплювати, прикріпляти
σφίγγω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ściskać, uściskać, zaciskać
σφίγγω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σφίγγω τα δόντια μου, σφίγγω τα δόντια μου και έχω παρηγοριά μου, σφίγγω τα δόντια, σφίγγω συνώνυμα, σφίγγω τα δόντια ώσπου να ματώσουν τα ούλα, σφίγγω στα αγγλικά, σφίγγω το ζωνάρι, σφίγγω τα λουριά, σφίγγω αγγλικα