lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συχνός

Λεξικό: αγγλικά συχνός
Μεταφράσεις: frequent, frequented, repeated, rife
συχνός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: běžný, častý, hojný, obecný, obvyklý, početný, všeobecný
συχνός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: häufig
συχνός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hyppig
συχνός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: frecuente
συχνός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: commun, courant, fréquent
συχνός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: frequente
συχνός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hyppig, tett
συχνός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: част, частый
συχνός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tät
συχνός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: часты
συχνός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sage
συχνός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: yleinen
συχνός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čest, frekventan
συχνός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyakori
συχνός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dažnas
συχνός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: denso, frequente
συχνός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: густий, рясний, частий, щільний
συχνός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: częsty
συχνός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

συχνός πονοκέφαλος, συχνός πυρετός, συχνός συνώνυμα, συχνός πονόλαιμος, συχνός πυρετός σε παιδιά, συχνόσ λόξυγγασ, συχνός βήχας, συχνός αγγλικά