lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συντομεύω

Λεξικό: αγγλικά συντομεύω
Μεταφράσεις: abridge, bound, confine, constrain, cramp, curb, cut, cutback, delimit, demarcate, determine, disable, dwarf, incapacitate, limit, qualify, reduce, restrain, restrict, scant, specialize, stint, terminate
συντομεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: delimitovat, krátit, limitovat, napravit, odkysličovat, ohraničit, omezit, omezovat, oříznout, podmanit, podrobit, potlačit, překážet, redukovat, snížit, snižovat, stlačit, tísnit, vadit, vymezit, zkrátit, zmenšit, zmenšovat
συντομεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begrenzen, beschränken, drosseln, einschränken, limitieren
συντομεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begrænse, indskrænke
συντομεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abreviar, acotar, coartar, cohibir, delimitar, estrechar, limitar, limitarse, reducir, restringir
συντομεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: borner, comprimer, délimiter, gêner, limiter, restreindre, rétrécir, rogner
συντομεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: delimitare, limitare, restringere, ridurre
συντομεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begrense, forminske, innskrenke, rasjonere
συντομεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ограничивать
συντομεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: begränsa, gräns, inskränka
συντομεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абмяжоўваць
συντομεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: rajoittaa, supistaa, vähentää
συντομεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abreviar, delimitar, demarcar, limitar, mensurar, restringir
συντομεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: визначати, визначити, визначте, вирішити, вирішувати, закінчити, закінчитися, закінчувати, закінчуватися, затримати, затримувати, звузьте, здержувати, кошара, межа, обмеження, обмежити, обмежте, обмежувати, оправити, оправляти, переплести, переплітати, припинити, припиніться, припиняти, скорочувати, стрибати, стрибнути, стрибок, стримати, стримувати, тамувати
συντομεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ograniczać
συντομεύω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

συντομεύω συνώνυμο