lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συντήρηση

Λεξικό: αγγλικά συντήρηση
Μεταφράσεις: conservancy, conservation, maintenance, nursing, nurturing, tending, aliment, bread, keep, keeping, livelihood, living, subsistence, sustenance, upkeep, alimentation, board, boarding, diet, food
συντήρηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: konzervace, uchování, údržba, udržení, udržování, vydržování, zachování, chléb, obživa, výživa, živení, živobytí, jídlo, pokrm, potrava, strava, stravování, vyživování
συντήρηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erhaltung, instandhaltung, konservierung, pflege, wartung, auskommen, ernährung, unterhalt, unterhaltung, essen, nahrungsmittel, speise, verpflegung
συντήρηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: konservering, ans, vånd, brød, forplejning, levebrød, underhold, føde, kost, mad, mat, næring, næringsstof
συντήρηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conservación, mantenimiento, cuidado, manutención, sustento, alimentación, alimento, comida
συντήρηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: conservation, entretien, charge, maintien, pain, subsistance, sustentation, alimentation, nourriture
συντήρηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conservazione, mantenimento, manutenzione, pane, pensione, sostentamento, alimento, nutrimento, vitto
συντήρηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: konservering, vedlikehold, ans, pleie, vånd, bevara, brød, forpleining, levebrød, underhold, føda, kost, mat, næring
συντήρηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: консервация, сохранение, уход, пища, еда, питание, прокормление, пропитание
συντήρηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: konservering, underhålla, ans, skötsel, vård, bevara, bibehålla, levebröd, uppehälle, upprätthålla, föda, kost, näring
συντήρηση στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elatus, kunnossapito, säilytys, elanto, muona
συντήρηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: održavanje, život, hrana
συντήρηση στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: eksploatacija, priežiūra, pragyvenimas
συντήρηση στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: údržba
συντήρηση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: konserwacja, pielęgnacja, utrzymanie, wyżywienie
συντήρηση στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eltartás, kenyér, létfenntartás, megélhetés, élelmezés
συντήρηση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: manteiguento, manutenção, sustento, alimento, comida, nutrifica
συντήρηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: храна
συντήρηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ежа, кармленне, пажытак, спажыва, спажытак, страва, харч, харчаванне, харчы
συντήρηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: söök, toit, toitaine
συντήρηση στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: hrana
συντήρηση στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аліменти, борт, відправлення, годування, годувати, годуватися, дошка, живлення, їжа, колегія, комітет, корм, нагодувати, поставити, поставка, поставляти, постачання, постачати, правління, провізія, продовольство, рада, управління, утримання, харчування, харчувати, харчуйтеся
συντήρηση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

συντήρηση κλιματιστικού, συντήρηση ανελκυστήρα, συντήρηση τροφίμων, συντήρηση υπολογιστών, συντήρηση ηλιακού θερμοσίφωνα, συντήρηση καυστήρα, συντήρηση καπνού, συντήρηση ηλιακού, συντήρηση έργων τέχνης, συντήρηση μητρικού γάλακτος