lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συνοδεύω

Λεξικό: αγγλικά συνοδεύω
Μεταφράσεις: escort, convoy, accompany, attend, chaperon
συνοδεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doprovázet, doprovodit, eskortovat, provázet
συνοδεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begleiten, eskortieren
συνοδεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acompañar, convoyar, escoltar, asistir
συνοδεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: escorter, convoyer, accompagne, accompagner, chaperonner
συνοδεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: scortare, accompagnare, affiancare
συνοδεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: эскортировать, конвоировать, сопровождать, сопутствовать
συνοδεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: eskortera, beledsaga, åtfölja, föl, följa, ledsaga, medfölja
συνοδεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shoqëroj, përcjell
συνοδεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: saattaa
συνοδεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: escoltar, acompanhar, seguir
συνοδεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: eskortować, konwojować, towarzyszyć
συνοδεύω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: akkompagnere, føl, følge, ledsage
συνοδεύω στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: akkompagnere, føl, følge, ledsaga, ledsage
συνοδεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pratiti
συνοδεύω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kísérni
συνοδεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ведмідь, витримати, витримувати, відважний, відвідати, відвідувати, галантний, доблесний, дотримуватися, надходити, наставати, настати, нести, носити, перенести, переносити, походити, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, проводжати, прослідкувати, родити, розуміти, славний, слідкувати, слідуйте, сміливий, спекулянт, супроводжувати, уродити, ходити
συνοδεύω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

συνοδεύω συνώνυμα, συνοδεύω στα αγγλικά, συνοδεύω english