lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συνηθισμένος

Λεξικό: αγγλικά συνηθισμένος
Μεταφράσεις: commonplace, daily, day-to-day, diurnal, everyday, ordinary, quotidian, trivial, workaday, characterless, common, generic, jack, plain, profane, vulgar, foulmouthed, foul-mouthed, association, collaborative, commitment, concerted, conjoint, cooperative, joint, mutual, one, shared
συνηθισμένος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: banální, běžný, deník, denně, denní, každodenně, každodenní, obvyklý, obyčejný, omšelý, otřepaný, tuctový, všední, hrubý, jednoduchý, lidový, obecný, prostý, společný, sprostý, vulgární, bezvýznamný, nepatrný, hromadný, kolektivní, obecní, pospolitý, veřejný
συνηθισμένος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: alltäglich, banal, fade, täglich, tagsüber, tagtäglich, üblich, augenscheinlich, einfach, einleuchtend, gemein, gemeinsam, gewöhnlich, klar, offenbar, ordinär, schlicht, platt, trivial, gemeinschaftlich
συνηθισμένος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: almindelig, banal, daglig, hverdags, hverdagslig, ordinær, sædvanlig, enkel, fælles, gemen, låg, vanlig, ubetydelig, samhørig
συνηθισμένος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: corriente, cotidiano, diariamente, diario, habitual, ordinario, trivial, adocenado, claro, común, evidente, manifiesto, pedestre, prosaico, raso, sencillo, vulgar, banal, colectivo, compartido, mutuo
συνηθισμένος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: banal, habituel, journalier, journellement, ordinaire, quotidien, ancolie, ban, commun, grossi, oreillette, prosaïque, ricin, simple, vulgaire, insignifiant, collectif, public
συνηθισμένος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: banale, comune, giornaliero, ordinario, quotidiano, liscio, mero, piano, plebeo, semplice, usuale, volgare, insignificante, collettivo
συνηθισμένος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: banal, daglig, hverdags, hverdagslig, felles, gemen, låg, ordinær, vanlig, ubetydelig, samhørig
συνηθισμένος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: банальный, ежедневный, затрапезный, обыден, обыденный, обычный, повседневный, суточный, дюжинный, нарицательный, общий, обыкновенный, очевидный, простой, совместный, явный, ясный, тривиален, тривиальный, единый, совокупный, сообщительности, сопредельность, сопромат, сопромата
συνηθισμένος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: alldaglig, daglig, lönande, banal, gemen, låg, ordinär, vanlig, gemensam, samfälld, samhörig
συνηθισμένος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ditor
συνηθισμένος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: штодзённы, трывіяльны, агульны, сумесны, супольны
συνηθισμένος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arkinen, arkipäiväinen, jokapäiväinen, päivittäinen, alhainen, mutkaton, tavallinen, yleinen, pieni, keskinäinen
συνηθισμένος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dnevno, običan, redovan, svakidašnji, uobičajen, jednostavan, vulgaran, neznatan, javan, zajednički
συνηθισμένος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: mindennapos, napi, rendes, vulgáris, közös, társas
συνηθισμένος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: banal, comuna, diariamente, diário, ordinário, quotidiano, trivial, usual, vulgar, claro, comum, evidente, prosaico, raso, simples, colectivo, conjunto, general, genérico, global, mutuo, plenário, sumario
συνηθισμένος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: banal, zilnic, comun, obişnuit
συνηθισμένος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: денний, домашній, звичайний, повсякденний, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, зріз, косити, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, тривіальний, фасон, щоденний, взаємний, генерал, генеральний, головний, загальна, загальне, загальний, згуртований, корпоративний, недокладний, обопільний, родовий, спільний, сполучений, сумісний, чистий
συνηθισμένος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: codzienny, pospolity, trywialny, wspólny
συνηθισμένος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: обикновен, общ
συνηθισμένος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: harilik, ühine
συνηθισμένος στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bendras, eilinis, paprastas
συνηθισμένος στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

συνηθισμένος συνωνυμα