lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συνεχίζομαι

Λεξικό: αγγλικά συνεχίζομαι
Μεταφράσεις: continue, proceed, pursue, abide, endure, last, obtain, outlast, persevere, persist
συνεχίζομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pokračovat, pronásledovat, bydlet, držet, setrvat, stát, trvat, vydržet, vytrvat, zůstat, zůstávat
συνεχίζομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fortfahren, fortgesetzt, fortsetzen, verfolgen, andauern, anhalten, beharren, bestehen, dauern, gedauert, halten, währen
συνεχίζομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forfølge, fortsætte, fortsatte, vare, bestå, pågå, vedvare
συνεχίζομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: continuar, proseguir, seguir, durar, perdurar, permanecer, persistir, quedar, subsistir, tardar
συνεχίζομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: continuer, demeurer, dure, durer, perdurer, persister, poursuivre, rester, subsister
συνεχίζομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: continuare, inseguire, perseguire, proseguire, durare, perdurare
συνεχίζομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forfølge, fortsette, utøva, vedbli, bestå, forbli, pågå, tova, vara, vare, vedvare
συνεχίζομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: продолжать, длить
συνεχίζομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förfölja, utöva, bestå, fortsätta, kvarstå, pågå, tova, vara
συνεχίζομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndjek
συνεχίζομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: далей, доўжыць, працягваць
συνεχίζομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jätkuma
συνεχίζομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jatkaa, jatkua, kestää, pysyä, viipyä
συνεχίζομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: folytat, folytatni, folyni, tart, tartani
συνεχίζομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: tęsti
συνεχίζομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: continuar, durar, prosseguir, seguir, perdurar, permanecer, persistir, quedar, subsistir
συνεχίζομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pokračovať
συνεχίζομαι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: висновок, виходити, відбуватися, відбутися, відновити, відновлювати, далі, діяти, діятися, займатися, зведення, конспект, переслідувати, переслідуйте, позивати, поновити, поновлювати, поновляти, поширити, поширювати, продовжити, продовжте, продовжтеся, продовжувати, продовжуватися, продовжуйтеся, простиратися, простягати, простягатися, просуватися, протягати, резюме, розтягнути, розтягувати, розширений, розширяти, сягати, точитись, чинитися
συνεχίζομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kontynuować, trwać
συνεχίζομαι στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: trajati
συνεχίζομαι στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ρήμα συνεχίζεται