lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συνδετήρας

Λεξικό: αγγλικά συνδετήρας
Μεταφράσεις: brace, bracket, buckle, clamp, clasp, cramp, fastener, fastening, gusset, ouch, staple, clip, paper-fastener
συνδετήρας στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: drátek, hmoždinka, přezka, příchytka, skoba, spona, sponka, svorka, závorka, klips, poutko
συνδετήρας στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: klammer, krampe, spange, büroklammer, heftklammer
συνδετήρας στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hasp, klamme, klemme, klips
συνδετήρας στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: broche, corchete, grapa, hebilla, paréntesis, clip
συνδετήρας στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agrafe, boucle, crampon, happe, parenthèse, accrocheur, attache, clip
συνδετήρας στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fibbia, staffa, fermaglio
συνδετήρας στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hasp, klamme, klemme, sølja, spenne, klips
συνδετήρας στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пряжка, прищепка
συνδετήρας στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hasp, sölja, spänne
συνδετήρας στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: спражка
συνδετήρας στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hakanen, pidike, solki
συνδετήρας στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csat, kapocs, kézszorítás, konzol, gémkapocs
συνδετήρας στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: broche, grampo, habilita, parêntese, parêntesis
συνδετήρας στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: sponka
συνδετήρας στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ой, пряжка
συνδετήρας στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: klamra, spinacz
συνδετήρας στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: klip
συνδετήρας στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

συνδετήρας english, συνδετήρας καλωδίων, συνδετήρας μυτιλήνη, συνδετήρας στα αγγλικά, συνδετήρας word, σχέδιο συνδετήρας, ομάδα συνδετήρασ, κόκκινος συνδετήρας