lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συναισθηματικός

Λεξικό: αγγλικά συναισθηματικός
Μεταφράσεις: lackadaisical, namby-pamby, sentimental, maudlin, mawkish, affectionate, emotional, emotive, intense, sensible, sensitive, sensual
συναισθηματικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: citový, rozcitlivělý, sentimentální, afektivní, citelný, citlivý, dojmový, emoční, emotivní, laskavý, láskyplný, lítostivý, náruživý, oddaný, vášnivý
συναισθηματικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: empfindsam, sentimental, emotional, empfindlich, empfindungsfähig, gefühlsmäßig, merklich, sensibel, sinnlich, spürbar, zart, zugetan
συναισθηματικός στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: sentimental, afectuoso, cariñoso, emocional, expresivo, sensible, sentido
συναισθηματικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: sentimental, sentiment, affectif, affectueux, émotif, passionné, romantique, sensible
συναισθηματικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sentimentale, affettuoso, amoroso, emotivo, sensibile
συναισθηματικός στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сентиментальный, чувствительный, сентиментален, любящий, эмоциональный
συναισθηματικός στα ρωσικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sentimentalan
συναισθηματικός στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: sentimental, lírico, afectuoso, efusivo, emocional, impressionável, sensabor, sensível, sentido
συναισθηματικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czułostkowy, sentymentalny, uczuciowy
συναισθηματικός στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: sentimental, følsom, øm
συναισθηματικός στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: sentimental, følsom
συναισθηματικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: sentimental, tillgiven
συναισθηματικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сентыментальны
συναισθηματικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: болісний, забризканий, йолоп, сентиментальний, слинявий, сувенір, хворобливий, емоційний
συναισθηματικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tundlik
συναισθηματικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hellä
συναισθηματικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érzelmi
συναισθηματικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: jautrus
συναισθηματικός στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

συναισθηματικός κόσμος, συναισθηματικός αυτισμός, συναισθηματικός μπόμπιρας ακούει το αγαπημένο του τραγούδι... κλαίγοντας, συναισθηματικός τομέας, συναισθηματικόσ πόνοσ, συναισθηματικός χειρισμός, συναισθηματικός συνώνυμο, συναισθηματικός τομέας bloom, συναισθηματικός τύπος, συναισθηματικός εγκέφαλος