lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συναγωνίζομαι

Λεξικό: αγγλικά συναγωνίζομαι
Μεταφράσεις: compete, contend, contest, emulate, rival, vie
συναγωνίζομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: konkurovat, soupeřit, soutěžit, závodit
συναγωνίζομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: konkurrieren, rivalisieren, wetteifern
συναγωνίζομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: konkurrere, rivalisere, kappe, kappes
συναγωνίζομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: competir, rivalizar
συναγωνίζομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: concourir, rivaliser
συναγωνίζομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: competere, emulare, gareggiare, rivaleggiare, concorrere, contendere
συναγωνίζομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: konkurrere, rivalisere, kappe, kappes, tevle
συναγωνίζομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: соперничать, соревновать
συναγωνίζομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rivalisera, tävla
συναγωνίζομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kilpailla, kilvoitella
συναγωνίζομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: competir, concorrer, rivalizar
συναγωνίζομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rywalizować, współzawodniczyć
συναγωνίζομαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις