lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συναίνεση

Λεξικό: αγγλικά συναίνεση
Μεταφράσεις: acceptance, accord, accordance, acquiescence, agreement, alignment, approval, assent, assenting, coherence, coherency, compliance, concert, concord, concurrence, conformance, conformity, connivance, consensus, consent, consonance, deal, dispensation, go-ahead, harmony, keeping, okay, permission, protection, reconcilement, reconciliation, unison, willingness
συναίνεση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akord, aprobace, dohoda, dorozumění, dovolení, povolení, přivolení, schválení, shoda, smír, smlouva, souhlas, soulad, souznění, svolení, svornost, ujednání, úmluva, uznání
συναίνεση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abkommen, absprache, billigung, einig, einigung, einklang, eintracht, einverständnis, genehmigung, harmonie, jawort, konsens, übereinstimmung, vereinbarung, vertrag, zuruf, zusammenhang, zustimmung
συναίνεση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aftale, akkord, bifald, enighed, godkendelse, harmoni, ja, kontrakt, medgivende, overenskomst, overensstemmelse, samklang, samtykke, tilslutning
συναίνεση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acorde, acuerdo, aprobación, armonía, arreglo, asenso, asentimiento, concordia, conforme, consenso, consentimiento, consorcio, pacto
συναίνεση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accord, acquiescement, adhésion, agréage, approbation, assentiment, conciliation, concorde, consensus, consentement, convention, entendu, entente, esprit, harmonie, intelligence, paix, tope
συναίνεση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accordo, ammissione, approvazione, armonia, assenso, beneplacito, benestare, concordia, consenso, convenzione, promessa
συναίνεση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avtale, enighet, forlik, godkjenning, harmoni, ja, koherens, medgivande, overenskomst, samklang, samtykke, tilslutning
συναίνεση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: консенсус, лад, ладно, одобрение, согласие, соглашение, соответствие, уговор
συναίνεση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ackord, enlighet, harmoni, koherens, medgivande, överenskommelse, samförstånd, sämja, samklang, samtycke
συναίνεση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pranoj
συναίνεση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: одобрение
συναίνεση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: heakskiit, kokkulepe, kooskõla, leping, üksmeel
συναίνεση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: harmonia, hyväksyminen, lupa, sopimus, sopu, sovinto, suostumus
συναίνεση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pristanak, suglasnost
συναίνεση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beleegyezés, egyetértés, egyezés, egyezmény, harmónia, helyeslés
συναίνεση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darnumas, harmonija, santarvė, susitarimas, sutartis
συναίνεση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acorde, acordo, ajuste, aprovação, arménia, beneplácito, conforme, conformidade, consenso, consentimento, consonância, convenção, harmonia, pacto
συναίνεση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acord, înţelegere
συναίνεση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: súhlas
συναίνεση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акордний, апробація, відповідність, гармонія, дзвін, дзвонити, договір, дозвіл, домовленість, єднання, єдність, збіг, згода, згоду, злагода, злагоду, консенсус, погодженість, порозуміння, розуміння, союз, співзвуччя, спілка, спільність, схвалення, угода, узгодженість, унісон
συναίνεση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zgoda
συναίνεση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

συναίνεση της ουάσιγκτον, συναίνεση συνώνυμο, συναίνεση ορισμόσ, συναίνεση της ουάσιγκτον βικιπαιδεια, συναίνεση συνιδιοκτητών, συναίνεση αντωνυμο, συναίνεση αντίθετο, συναίνεση ασθενούς, συναίνεση ετυμολογία, συναίνεση αγγλικά