lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συνέπεια

Λεξικό: αγγλικά συνέπεια
Μεταφράσεις: coherence, coherency, consequence, consistence, consistency, implication, after-effect, aftermath, alternation, corollary, outgrowth, repercussion, round, sequel, sequence, subsequence, succession, turn, ascendancy, effect, result, resulting, application, conclusion, deduction, development, finding, inference, motion, proposal, reckoning, request, supposition
συνέπεια στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: důležitost, důsledek, následek, dědictví, následnictví, následnost, následování, nástupnictví, odezva, odraz, ohlas, pokračování, pořadí, posloupnost, postup, prospěch, řada, sled, účinek, výsledek, dojem, efekt, jev, účinnost, úspěch, vliv, dedukce, návrh, odečtení, odpočet, odpočítání, odvození, pohyb, program, srážka, ukončení, úsudek, vývod, závěr
συνέπεια στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: effekt, ergebnis, folge, konsequenz, resultat, wirkung, abfolge, aufeinanderfolge, fortsetzung, nachfolge, reihenfolge, auswirkung, befund, erfolg, nachwirkung, absetzung, abstrich, abzug, antrag, folgerung, korollar, schluss, schlussfolgerung, vorschlag
συνέπεια στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: effekt, følge, konsekvens, virkning, eftervirkning, sekvens, resultat, udfald, deduktion, forslag, fradrag, slutledning, slutning, slutsats
συνέπεια στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: consecuencia, efecto, resulta, resultado, secuela, sucesión, consiguiente, éxito, conclusión, consecuente, deducción, moción, oferta, presentación, proposición, propuesta
συνέπεια στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: conséquence, contrecoup, répercussion, résultat, succession, suite, effet, succès, argument, conclusion, corollaire, déduction, motion, proposition
συνέπεια στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conseguenza, risvolto, contraccolpo, rimbalzo, ripercussione, risultato, seguito, sequenza, successione, effetto, esito, conclusione, deduzione, detrazione, illazione, mozione, proposta
συνέπεια στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: effekt, følge, konsekvens, ettervirkning, rekke, sekvens, suksesjon, resultat, virkning, ansøkning, forslag, fradrag, slutledning, slutning, slutsats
συνέπεια στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: последствие, последовательность, воздействие, следствие, вывод, вычитание, заключение, предложение
συνέπεια στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: efterverkning, konsekvens, återverkan, efterföljd, efterkänning, efterklang, påföljd, sekvens, effekt, följd, resultat, verkan, virkning, ansökning, förslag, framställning, motion, proposition, slutledning, slutsats, yrkande
συνέπεια στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: последствие, следствие, заключение, предложение
συνέπεια στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вынік, следства
συνέπεια στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tagajärg, järjend, deduktsioon, ettepanek
συνέπεια στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: seuraus, jatko, jono, sarja, teho, tulos, vaikutus, ehdotus, esitys, johtopäätös, loppulause
συνέπεια στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: posljedica, rezultat
συνέπεια στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: padarinys, pasekmė, poveikis, seka
συνέπεια στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: consequência, efeito, resultado, conclusão, conclusas, sucessiva, impressão, resulta, sequela, dedicais, oferta, pedida, proposta, suserania
συνέπεια στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dôsledok
συνέπεια στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виховати, виховувати, готувати, кінець, наслідок, поїзд, послідовність, продовження, результат, тренувати, довідка, дослідження, запит, запитання, попит, розслідування, ряд, слідство, черговість, чинність, запропонування, котирування, пропозицію, пропозиція, пропонування, пропонувати, речення, розцінка, тендер
συνέπεια στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: konsekwencja, następstwo, skutek, wniosek
συνέπεια στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: folyomány, folytatás, sorozat, eredmény, hatály, hatás, következmény, okozat, javaslat, következtetés
συνέπεια στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rezultat, veprim
συνέπεια στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

συνέπεια συνώνυμο, συνέπεια συνωνυμα, συνέπεια ορισμός, συνέπεια ετυμολογία, συνέπεια στα αγγλικά, συνέπεια in english, συνέπεια τόξου, συνέπεια λόγων και πράξεων, συνέπεια αντωνυμο, συνέπεια λόγων και έργων