lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συνάδελφος

Λεξικό: αγγλικά συνάδελφος
Μεταφράσεις: associate, boyfriend, chum, colleague, compeer, comrade, confrere, feller, fellow, friend, mate, playmate
συνάδελφος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kamarád, kamarádka, kolega, kolegyně, přítel, spolupracovník
συνάδελφος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: amtsbruder, bekannter, freund, freundin, genosse, kamerad, kameradin, kollege, kollegin, kumpan, kumpel, mitarbeiter, partner
συνάδελφος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kammerat, kollega, ven, veninde
συνάδελφος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amigo, camarada, colega, compañero, condiscípulo, cumpa
συνάδελφος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ami, camarade, camaro, collègue, condisciple, confrère, copain
συνάδελφος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: amico, camerata, collega, compagno, conoscente
συνάδελφος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kamerat, kollega, venn
συνάδελφος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: коллега, приятель, сослуживец, товарищ
συνάδελφος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kamrat, kollega, vän
συνάδελφος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mik, shok
συνάδελφος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сябар, таварыш
συνάδελφος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sõber, töökaaslane
συνάδελφος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kumppani, virkaveli, ystävä
συνάδελφος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kolega, prijatelj
συνάδελφος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: barát, elvtárs, kartárs, szaktárs, társ
συνάδελφος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bičiulis, draugas, kolega
συνάδελφος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amigo, camarada, colega, companheiro, condiscípulo
συνάδελφος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: amic, coleg, prieten
συνάδελφος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prijatelj, prijateljica
συνάδελφος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: друг, компаньйон, мат, однокласник, помічник, приятель, простак, співкурсник, співробітник, товариш, товаришка, хлопець
συνάδελφος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kolega
συνάδελφος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

συνάδελφος αγγλικά, συνάδελφος ετυμολογία, συνάδελφος κλίση, συνάδελφος ονειροκρίτης, συνάδελφος εθελ, συνάδελφος ορισμός, συνάδελφος μετάφραση, κακός συνάδελφος