lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συμφορά

Λεξικό: αγγλικά συμφορά
Μεταφράσεις: accident, casualty, catastrophe, collapse, crash, disaster, shipwreck, wreck, calamity, debacle, defeat, downfall, famine, plague, abjection, adversity, afflict, affliction, bale, bane, disease, distress, fatality, grid, grief, misadventure, mischief, misery, misfortune, mishap, tribulation, unhappiness, woe
συμφορά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: havárie, katastrofa, neštěstí, pohroma, zhroucení, ztroskotání, debakl, hlad, hladomor, kalamita, porážka, bída, bolest, kletba, nehoda, nemoc, nouze, smůla, tíseň, ubohost, úzkost, zlo
συμφορά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: katastrophe, schiffbruch, tragödie, unglück, zusammenbruch, heimsuchung, niederlage, elend, pech, übel, ungleichmäßigkeiten, unglücksfall, unheil
συμφορά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: katastrofe, tragedie, ulykke, hungersnød, kalamitet, nederlag, elendighed, skade, smerte, uflaks, utur
συμφορά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calamidad, catástrofe, desastre, naufragio, tragedia, derrota, fiasco, langosta, plaga, accidente, contratiempo, descalabro, desdicha, desgracia, desmán, desventura, fatalidad, infortunio, malaventura, miseria, precipicio, tormenta, trago, través
συμφορά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: catastrophe, désastre, effondrement, naufrage, calamité, débâcle, défaite, échec, famine, sinistre, détresse, infortune, mal, malchance, malédiction, malheur, misère, tuile
συμφορά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: catastrofe, crollo, disastro, naufragio, sciagura, sinistro, calamità, carestia, disfatta, fallimento, fame, sconfitta, disgrazia, guaio, infelicità, malanno, miseria, sfortuna, squallore, sventura
συμφορά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: katastrofe, hungersnød, kalamitet, nederlag, elendighet, skade, smerte, uflaks, uhell, ulykke, utur, vanhell
συμφορά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бедствие, катастрофа, кораблекрушение, кручение, крушение, гибель, голод, поражение, беда, горе, зло, несчастье, неудача, нищета
συμφορά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: haveri, katastrof, olycksfall, kalamitet, nederlag, missöde, olycka, otur, utur
συμφορά στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бедствие, злополука, катастрофа, крушение, поражение, зло, трагедия
συμφορά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: катастрофа, крушэнне, бедства, пападанне, бяда, бядота, няшчасце
συμφορά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: katastroof, õnnetus, lüüasaamine
συμφορά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haaksirikko, katastrofi, romahdus, tappio, vastoinkäyminen, epäonni, hätä, kirous, kurjuus
συμφορά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: katastrofa, poraz, bijeda, nesreća
συμφορά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hajótörés, katasztrófa, összeomlás, csapás, iszapomlás, vereség, baj, kór, szerencsétlenség
συμφορά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: katastrofa, nelaimė, tragedija
συμφορά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: catástrofe, desastre, tragedia, calamidade, cataclismo, derrota, fome, coita, desventura, infortúnio, miséria
συμφορά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: katastrofa
συμφορά στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бомбардування, випадковість, випадок, гибель, грюк, грюкіт, землетрус, зіткнення, зруйнувати, катастрофа, крах, несподіванка, обрушитися, перекидати, перекидатися, перекинений, перекинути, перекинутися, пригнітити, пригнічувати, розбивати, розбити, розлад, розоритися, розпач, руйнувати, тріск, биття, відмова, голод, збиток, лизання, лихо, нещастя, побої, поразка, поразку, рак, ураження, шкода, біда, висока, віяти, дмухнути, дути, зло, кращий, найкращий, найліпший, нещасті, подути, пошкодження, стусан, удар, фатальність
συμφορά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: katastrofa, klęska, nieszczęście
συμφορά στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fatkeqësi, humbje, mjerim
συμφορά στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: calamitate, nenorocire
συμφορά στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

συμφορά από το πολύ μυαλό, συμφορά από το πολύ μυαλό υπόθεση, συμφορά ατυχήματα με τα ρούχα σε live εκπομπη με πρωταγωνιστές διάσημους, συμφορά συνώνυμα