lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συμπεριφορά

Λεξικό: αγγλικά συμπεριφορά
Μεταφράσεις: attitude, bearing, carriage, countenance, demeanour, deportment, mien, personality, poise, port, posture, stance, stature, action, behaviour, careless, comportment, dealing, procedure, proceeding, progressing, affectation, away, beside, besides, beyond, except, furthermore, off, out, pose, posing, sham, ultra, entry, item, listing, pizza, position, range, significant, station, status, subentry, conduct, driving, forehand, lead, management, steer, appointment, bay, berth, emplacement, fellowship, post, standing, standpoint, state, viewpoint, air, etiquette, goings-on, manner, preservation, retainer, retention, saving
συμπεριφορά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: atituda, chování, držení, postava, postavení, postoj, pozice, stanovisko, stav, vystupování, význam, vzrůst, způsoby, chod, jednání, konání, kroky, opatření, pochod, postup, proces, řízení, dále, kromě, leda, mimo, póza, vedle, vyjma, poloha, situace, umístění, hospodaření, náskok, předstih, ředitelství, správa, vedení, funkce, místo, pošta, působiště, služba, stanice, stanoviště, strážnice, úřad, konzervace, konzervování, uchování, udržení, udržování, zachování
συμπεριφορά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gestalt, haltung, körperhaltung, lage, positur, statur, stellung, verhalten, behandlung, benehmen, betragen, gang, gebaren, prozedur, prozess, verfahren, pose, position, posten, rang, anführung, aufführung, besorgung, führung, leitung, lenkung, management, verwaltung, vorführer, amt, bucht, post, stand, standortwechsel, standpunkt, station, stelle, stellplatz, art, aufbewahrung
συμπεριφορά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: holdning, stilling, adfærd, metode, opførsel, procedure, bak, borte, bortkom, ekstra, pose, positur, post, forvaltning, ledelse, vandel, beliggenhed, bestilling, embede, rang, standpunkt, station, tilstand, tjeneste, konservering, sætte
συμπεριφορά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: actitud, ademán, empaque, estatura, porte, postura, presencia, situación, conducta, procedimiento, además, allende, fuera, menos, ítem, posición, administración, comportamiento, conducción, dirección, gestión, colocación, correo, estación, función, puesto, conservación, manera, modales
συμπεριφορά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: allure, antipatriotisme, attitude, carrure, dégaine, maintien, position, posture, stature, tenue, comportement, conduite, démarche, errements, faits, procédé, tractation, au-delà, hors, outre, pose, sauf, sous, ultra, garde-à-vous, item, postposition, standing, avance, déportements, direction, gestion, guidage, ménagement, charge, office, place, poste, rang, situation, stand, agissements, conservation, ton
συμπεριφορά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: atteggiamento, contegno, intenzione, portamento, posa, posizione, comportamento, procedimento, processo, aldilà, fuori, tranne, postazione, ubicazione, voce, direzione, gestione, guida, carica, circostanza, grado, posta, posto, condotta, conservazione, mantenimento, modo
συμπεριφορά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: holdning, stilling, beteende, fremgangsmåte, fremtreden, oppførsel, bak, borte, bortom, ekstra, etterskudd, pose, positur, ut, utanfør, utenfor, utom, posisjon, post, atferd, ferd, forvaltning, ledelse, stell, vandel, bestilling, embete, plass, rang, standpunkt, stasjon, tjeneste, konservering, oppbevaring, sætt, skikk, vedlikehold
συμπεριφορά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: осанка, отношение, положение, поведение, вне, кроме, поза, позиция, ведение, вождение, лидирование, руководство, управление, должность, место, пост, станция, сохранение, удержание
συμπεριφορά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: attityd, hållning, holding, ställning, beteende, handlande, uppträdande, bortom, pose, utanför, utom, position, post, stånd, ledelse, vandel, ämbete, anställning, befattning, rang, ståndpunkt, tjänst, sätt, skick, uppförande
συμπεριφορά στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtat, jashtë, përtej
συμπεριφορά στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отношение, поведение, ръководство, управление
συμπεριφορά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пастава, пазіцыя, ваджэнне, нагляд, распараджэнне, плошта, пост, пошта
συμπεριφορά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asenne, asento, esiintyminen, kanta, käytös, ryhti, käyttäytyminen, asema, kohta, hallinto, johtaminen, johto, johtokunta, paikka, posti, tila, menettely, säilytys
συμπεριφορά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: položaj, rast, držanje, izvan, osim, mjesto, pošta
συμπεριφορά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: helyzet, póz, bánásmód, eljárás, lefolyás, viselkedésmód, kivéve, fekvés, magatartás, magaviselet, vezetés, állás, álláspont, beosztás, elhelyezkedés, viselkedés
συμπεριφορά στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: altura, atitude, cláusula, estatura, porte, postura, comportamento, conduta, procedimento, processo, fora, menos, abstencionismo, item, posição, situação, administração, administrais, gerência, gestão, colocaria, correio, estação, estaciona, lugar, posiciona, posto, presto, conservazita, manear, toada
συμπεριφορά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atitudine, înfăţişare, poziţie, poştă
συμπεριφορά στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брехня, вагон, викласти, випадок, відношення, відправити, встановлений, градус, держава, державний, дисертація, дієздатність, діло, екіпаж, застелити, затверджувати, затвердити, знаходження, класти, констатувати, коробка, кут, лежати, лягати, лягти, міра, місткість, місцеположення, нагода, надходити, накривати, накрити, наставати, настати, наявність, оцінка, перевезення, поведінка, позиція, покладати, покласти, положення, положити, посада, посилати, пост, постава, постать, постелити, постійний, потужність, походження, походити, пошта, поштовий, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, присутність, приходити, приходиться, рейтинг, розклеїти, розклеювати, ситуація, скриня, справа, ставлення, стан, становище, статус, статут, стверджувати, стелити, стовп, сформулювати, твердити, теза, формулювати, футляр, чохол, штат, щогла, за, завод, із-поза, насадження, поза, посадити, рослина, саджати, садити, перон, платформа, ведення, ведіння, відання, водіння, звинувачення, операція, переслідування, угода, голодування, піст, призначення
συμπεριφορά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: postawa, postępowanie, poza, pozycja, prowadzenie, stanowisko, zachowanie
συμπεριφορά στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: käitumine, käitumisviis, juhtimine, post, ruum
συμπεριφορά στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: elgesys, elgsena, procedūra, procesas, tvarka, korespondencija, paštas, postas, punktas, stotis, vieta
συμπεριφορά στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: postup
συμπεριφορά στα σλοβακική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: nastop, postaja
συμπεριφορά στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

συμπεριφορά καταναλωτή, συμπεριφορά καταναλωτή και στρατηγική μάρκετινγκ, συμπεριφορά γάτας, συμπεριφορά ανταλλαγής γνώσης, συμπεριφορά παιδιών, συμπεριφορά στο σχολείο αξιοποιούμε δυνατότητες αντιμετωπίζουμε προβλήματα, συμπεριφορά καταναλωτή και οικονομική κρίση, συμπεριφορά δημοσίων υπαλλήλων, συμπεριφορά ορισμός, συμπεριφορά σκύλου