lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συμπεραίνω

Λεξικό: αγγλικά συμπεραίνω
Μεταφράσεις: deduce, argue, conclave, conclude, induce, infer, ratiocinate, reckon
συμπεραίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dedukovat, odvodit, vyvodit, vyvozovat, dohodnout, dovozovat, indukovat, skončit, ujednat, usoudit, usuzovat, uzavírat
συμπεραίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: deduzieren, folgern, entnehmen, schließen
συμπεραίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: slutte, konkludere
συμπεραίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: deducir, argüir, argumentar, colegir, concertar, concluir, inducir, inferir
συμπεραίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: déduire, extrapoler, arguer, conclure, induire, inférer
συμπεραίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: arguire, dedurre, desumere, argomentare, concludere, indurre, inferire
συμπεραίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: slutte, konkludere, utlede
συμπεραίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дедуцировать, заключать, индуцировать, умозаключать
συμπεραίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: johtaa, päätellä
συμπεραίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: concluir, deduzir, inferir, arguir, argumentar, concertar, depreender, induzir
συμπεραίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dedukować, wnioskować
συμπεραίνω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: utlede
συμπεραίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: знявольваць
συμπεραίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zaključiti
συμπεραίνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: előterjeszt, következtetni
συμπεραίνω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zaključiti
συμπεραίνω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, близький, близько, ввести, вводити, вести, вирішити, вирішувати, відкриття, вкладати, вкласти, включати, включити, вміщати, вміщувати, вражати, вразити, додавати, додати, завершення, завершити, завершувати, заключати, закривати, закрити, закриття, запроваджувати, запровадити, зараховувати, зарахувати, зачинити, зачиняти, конфісковувати, конфіскувати, накладати, накласти, обкладати, обкласти, огородити, оподатковувати, оподаткувати, оточіть, перо, ручка, страйк, страйкувати, укласти, упакуйте
συμπεραίνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

συμπεραίνω συνώνυμα, συμπεραίνω english, συμπεραίνω κλιση, συμπεραίνω συνώνυμο, συμπεραίνω αγγλικα, συμπεραίνω στα αγγλικα, συμπεραίνω συμπέρανα