lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συμπέρασμα

Λεξικό: αγγλικά συμπέρασμα
Μεταφράσεις: conclusion, inference, submersion, application, consequence, corollary, deduction, development, finding, motion, proposal, reckoning, request, supposition, break-up, closer, closure, completion, compliance, end, ending, fastener, finalization, finish, shutdown, terminal, termination
συμπέρασμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odvození, ukončení, úsudek, závěr, dedukce, důležitost, důsledek, následek, návrh, odečtení, odpočet, odpočítání, pohyb, program, srážka, vývod, dokončení, dovršení, koncovka, konec, rozhodnutí, skončení, smrt, účel, vrchol, výsledek, zakončení, zánik
συμπέρασμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: folgerung, schluss, schlussfolgerung, absetzung, abstrich, abzug, antrag, effekt, ergebnis, folge, konsequenz, korollar, resultat, vorschlag, wirkung, abschluss, ausgang, ende, endung
συμπέρασμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ende, deduktion, effekt, følge, forslag, fradrag, konsekvens, slutledning, slutning, slutsats, virkning, afslut, endelse, finale, slut
συμπέρασμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conclusión, consecuencia, consecuente, deducción, efecto, moción, oferta, presentación, proposición, propuesta, resultado, secuela, cabo, clausura, desenlace, fin, final, remate, terminación
συμπέρασμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: conclusion, argument, conséquence, corollaire, déduction, motion, proposition, aboutissement, achèvement, bout, clôture, dénouement, épilogue, fin, terminaison
συμπέρασμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conclusione, conseguenza, deduzione, detrazione, illazione, mozione, proposta, chiusa, chiusura, compimento, finale, fine, termine, ultimazione
συμπέρασμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ende, ansøkning, effekt, forslag, fradrag, slutledning, slutning, slutsats, avslut, avslutning, endelse, ending, finale, slut, slutt
συμπέρασμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вывод, заключение, вычитание, последствие, предложение, следствие, завершение, конец, окончание, увенчание
συμπέρασμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ende, ansökning, förslag, framställning, motion, proposition, slutledning, slutsats, yrkande, avslut, avslutning, efterspel, slut, slutning
συμπέρασμα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: заключение, последствие, предложение, следствие, край, окончание
συμπέρασμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вывад, заканчэнне, заключэнне, знявольванне, вынік, следства, завяршэнне, канец, канчатак
συμπέρασμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: johtopäätös, loppulause, ehdotus, esitys, seuraus, loppu
συμπέρασμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: következtetés, javaslat, befejezés, bezárás
συμπέρασμα στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conclusiva, epílogo, reclusa, consequência, dedicais, efeito, oferta, pedida, proposta, resulta, resultado, sequela, suserania, conclusão, desenlace, fim, final, remate
συμπέρασμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: záver, koniec
συμπέρασμα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: арешт, вершник, висновок, віднімання, відрахування, додаток, завершення, закінчення, замкнення, зберігання, наслідок, обмеження, опікунство, опрацювання, охорона, переговори, підсумок, поправка, розбудова, розвинення, розвиток, розгортання, скорочування, спонукання, стискання, схов, укладання, укладення, умовивід, ухвала, довідка, дослідження, запит, запитання, запропонування, котирування, попит, послідовність, пропозицію, пропозиція, пропонування, пропонувати, речення, розслідування, розцінка, ряд, слідство, тендер, черговість, чинність, близький, близько, вдосконалення, вивершення, видих, виконання, відмова, відписка, досконалість, досягнення, закінченість, закривати, закрити, закриття, залишення, зачинити, зачиняти, здійснення, коронація, коронування, припинення, скоєння, удосконалення
συμπέρασμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: konkluzja, wniosek, zakończenie
συμπέρασμα στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: deduktsioon, ettepanek, tagajärg, lõpp
συμπέρασμα στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: posljedica, kraj
συμπέρασμα στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: padarinys, pasekmė, poveikis
συμπέρασμα στα λιθουανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fund
συμπέρασμα στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: capăt, final, scop, sfârşit
συμπέρασμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: cilj, konec
συμπέρασμα στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

συμπέρασμα συνώνυμο, συμπέρασμα in english, συμπέρασμα ένα, συμπέρασμα αγγλικά, συμπέρασμα ένα στίχοι, συμπέρασμα ένα (2009), εξάγω συμπέρασμα, βγάζω συμπέρασμα, προκείμενες συμπέρασμα, το συμπέρασμα