lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συμμέτοχος

Λεξικό: αγγλικά συμμέτοχος
Μεταφράσεις: attendee, competitor, contender, contestant, partaker, participant, participator, partner, party
συμμέτοχος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: frekventant, podílník, účastník
συμμέτοχος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: teilhaber, teilnehmer, mitwirkender
συμμέτοχος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: deltager
συμμέτοχος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: interesado, participante, cómplice, copartícipe, partícipe
συμμέτοχος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: participant, participante
συμμέτοχος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: partecipante
συμμέτοχος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: deltager, felle
συμμέτοχος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: участник, соучастник
συμμέτοχος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: deltagare
συμμέτοχος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pjesëmarrës
συμμέτοχος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: участник
συμμέτοχος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: удзельнік
συμμέτοχος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: učesnik
συμμέτοχος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: részes
συμμέτοχος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: participante
συμμέτοχος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: účastník
συμμέτοχος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вечір, вечірка, вступник, загін, партійний, партія, сторона, учасник, член
συμμέτοχος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: uczestnik, współuczestnik
συμμέτοχος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

συμμέτοχος συνώνυμα