lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συμβιβασμός

Λεξικό: αγγλικά συμβιβασμός
Μεταφράσεις: compromise, compromising, trade-off, compromised, give-and-take, accommodation, agreement, concord
συμβιβασμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dohoda, ústupek, kompromis, přizpůsobení, shoda, smír, smlouva, souhlas, soulad, ujednání, úmluva, úprava, upravení, urovnání
συμβιβασμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausgleich, kompromiss, abkommen, absprache, einigung, übereinkommen, übereinkunft, übereinstimmung, vereinbarung, vergleich, vertrag
συμβιβασμός στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: compromiso, acuerdo, arreglo, avenencia, concierto, consenso, convenio, pacto
συμβιβασμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compromis, accommodement, accord, arrangement, convention, pacte, stipulation, transaction
συμβιβασμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: compromesso, accordo, aggiustamento, convenzione, patto
συμβιβασμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forlik, kompromiss, avtale, overenskomst
συμβιβασμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: компромисс, компромиссный, договор, соглашение, уговор
συμβιβασμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kompromiss, sammanjämkning, ackord, arrangemang
συμβιβασμός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кампраміс, згода, пагадненне
συμβιβασμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kompromiss, kokkulepe, leping
συμβιβασμός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kompromissi, sopimus
συμβιβασμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kiegyezés, kompromisszum, egyezés, egyezmény, egyezség
συμβιβασμός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: compromisso, acordo, acurado, ajuste, contrato, pacto, pastar, transacciono
συμβιβασμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kompromis
συμβιβασμός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: житло, композиція, компроміс, кредит, мирова, позика, приміщення, пристосування, притулок, розквартирування, склад, твір, антрепренерство, влаштування, врегулювання, договір, домовленість, застереження, збори, згода, злагода, зумовлювання, кількість, конвенційний, конвенція, контракт, обумовлювання, підприємливість, підприємство, підрядний, розміщення, розуміння, справа, угода, угоду, улаштування
συμβιβασμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kompromis, kompromisowy, ugoda
συμβιβασμός στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aftale, akkord, kontrakt, overenskomst, samtykke
συμβιβασμός στα δανική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sklad, sloga, suglasnost
συμβιβασμός στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: susitarimas, sutartis
συμβιβασμός στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acord, înţelegere
συμβιβασμός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

συμβιβασμός του λουξεμβούργου, συμβιβασμός συνώνυμα, συμβιβασμός των ιωαννίνων, συμβιβασμός αποφθέγματα, συμβιβασμός siemens, συμβιβασμός με siemens, συμβιβασμός στη σχέση, συμβιβασμόσ αγγλικά, συμβιβασμός ορισμός, συμβιβασμός συνώνυμο