lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συζητώ

Λεξικό: αγγλικά συζητώ
Μεταφράσεις: argue, debate, discuss, dispute, negotiate, confabulate, deal, discourse, manage, treat, agitate, canvass, ventilate
συζητώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: debatovat, diskutovat, jednat, prohovořit, rokovat, rozprávět, hovořit, rozhovor, uvažovat, léčit, obchod, ošetřovat, pojednat, pojednávat, rozmlouvat, vyjednávat, zacházet, zpracovávat, lomcovat, pobuřovat, třást, třepat, zmítat
συζητώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: diskutieren, bereden, besprechen, verhandeln, erörtern, bearbeiten, verarbeiten, ventilieren, verstreuen
συζητώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: debattere, diskutere, drøfte, omtale, behandle
συζητώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cuestionar, debatir, discutir, disputar, comentar, pactar, perorar, procesar, razonar, tratar, agitar, argüir, deliberar, menearse
συζητώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chinoiser, controverser, débattre, discuter, délibérer, parler, périphraser, causer, discourir, disputer, disserter, pérorer, traite, traiter, verbaliser, agiter
συζητώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: discutere, disputare, ragionare, trattare
συζητώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: debatt, debattere, diskutere, diskutert, drøfte, avhandla, omtale, behandle
συζητώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дискутировать, обсуждать, оговаривать, обсудить, лечить, разглагольствовать, разделывать, рассуждать, растрясать
συζητώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: debatt, debattera, diskutera, resonera, avhandla, dryfta, oktale, disputera
συζητώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абмяркоўваць, дыскуціраваць
συζητώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: arutama, vaidlema
συζητώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käsitellä, keskustella, pohtia, neuvotella, hoitaa, pidellä
συζητώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: raspravljati
συζητώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vitatkozni, megbeszélni, megvitatni
συζητώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: debate, debater, discutir, disputar, processar, questionar, tratar, agitar, arguir
συζητώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: diskutovať
συζητώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аргументуйте, вважати, вентилювати, вентилюйте, дискутувати, дискутуйте, доводити, надавати, надайте, обговорити, обговорювати, обмінятися, переговори, присуджувати, присудити, провентилювати, радитися, розглядати, розглянути, розгляньте, сперечання, сперечатися
συζητώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dyskutować, omawiać, przedyskutować, rozprawiać, roztrząsać
συζητώ στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: govoriti
συζητώ στα σλοβενική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gydyti
συζητώ στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

συζητώ συνώνυμα, συζητώ συνώνυμο, συζητώ στα αγγλικά, συζητώ στα ισπανικά