lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συγχωρώ

Λεξικό: αγγλικά συγχωρώ
Μεταφράσεις: absolve, condone, donate, forgive, give, pardon, present, remit, spar, excuse, justify
συγχωρώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dávat, obětovat, odpouštět, odpustit, omluvit, pardonovat, plodit, podat, poskytovat, prominout, rodit, udat, uvést, věnovat, zasvětit, omlouvat, omluva, promíjet, výmluva, zprostit
συγχωρώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erlassen, erteilen, geben, nachlassen, präsentieren, schenken, stiften, vergeben, verzeihen, vorstellen, widmen, vergibst, entschuldigen
συγχωρώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forestille, gi, give, præsentere, servere, skåne, tilgik, undskylde
συγχωρώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dar, donar, dotar, excusar, ofrecer, perdonar, presentar, regalar, absolver, disculpar, indultar, remitir
συγχωρώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: consacrer, donner, offrir, pardonner, absoudre, excuse, excuser
συγχωρώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: condonare, dare, donare, impartire, perdonare, regalare, discolpa, scusa, scusare
συγχωρώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ettergi, gi, presentere, skåne, skjenke, tilgi, unnskylde, unnskyldning
συγχωρώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: давать, дарить, даровать, прощать, извинить, простить
συγχωρώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: donera, efterskänka, ge, skänka, förlåta, ursäkta
συγχωρώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fal
συγχωρώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аддаваць, аддаць, дараваць, дарыць, падараваць, падарыць, прабачаць
συγχωρώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: andestama, andma
συγχωρώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antaa, puolustaa
συγχωρώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: opraštati, oprostiti
συγχωρώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: adományoz, adományozni, ajándékozni, megkegyelmez, megbocsát, bocsát, megbocsátani
συγχωρώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dovanoti, duoti
συγχωρώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: dar, desculpar, entregar, escusar, ministrar, oferecer, perdoar, regalar, absolver, demitir, indultar
συγχωρώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dati, oprostiti
συγχωρώ στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: darovať
συγχωρώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відписати, відписувати, давати, дарувати, дарунок, згадати, згадувати, надавати, надайте, надати, нинішній, подарувати, подарунок, помістіть, представити, представляти, презентувати, пригадати, присуджувати, присудити, присутній, сучасний, теперішній, вибачити, визволити, визволяти, відіслати, відсилати, звільнити, звільняти, здіймати, милувати, передавати, передати, переказати, переказувати, припинити, припиняти, пробачати, пробачити, простити, простіть, прощати, увільнити
συγχωρώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: darować, przebaczać, wybaczać, wybaczyć
συγχωρώ στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ierta
συγχωρώ στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

συγχωρώ κλίση, συγχωρώ αλλά δεν ξεχνώ, συγχωρώ ετυμολογία, συγχωρώ γνωμικά, συγχωρώ αρχαία