lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: συγγενής

Λεξικό: αγγλικά συγγενής
Μεταφράσεις: relative, akin, allied, cousin, distant, kin, kinsman, relation, sib, cognate, cognitive, congenial, consanguineous, homologous, kindred, related, relational, similar
συγγενής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: příbuzná, příbuzný, spojenecký, spojený, spřízněný, blízký, podobný
συγγενής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verwandte, verwandter, verwandt, anverwandt
συγγενής στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: slægtning, pårørende, sletning
συγγενής στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: allegado, deudo, familiar, pariente, aliado, coligado, similar, vecino
συγγενής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: parent, parente, agnat, allié, cognât, apparenté, proche, similaire, voisin
συγγενής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: congiunto, parente, alleato, imparentato
συγγενής στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: frende, slektning, beslektet, pårørende, slakting
συγγενής στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: родственник, родич, родственный, сродный
συγγενής στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сваяк, блізкі, роднасны, родны, сваяцкі
συγγενής στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sukulainen, liittoutunut
συγγενής στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: relatív, hozzátartozó, rokon
συγγενής στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: familiar, parente, aliado, carente, coligado, similar
συγγενής στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відношення, залежність, родич, відносний, донька, доня, дочка, родинний, союзний, споріднений, уроджений
συγγενής στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: krewniak, krewny, pokrewny
συγγενής στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anförvant, anhörig, frände, släkting, besläktad
συγγενής στα σουηδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: rođak
συγγενής στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: podoben
συγγενής στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

συγγενής διαφραγματοκήλη, συγγενής μυοτονία, συγγενής πομφολυγώδης επιδερμόλυση, συγγενής πάθηση, συγγενής διαμαρτία, συγγενής λευχαιμία, συγγενής ονειροκρίτης, συγγενής σύφιλη, συγγενής εξ αίματος, συγγενής αναισθησία στον πόνο με ανίδρωση