lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στόμα

Λεξικό: αγγλικά στόμα
Μεταφράσεις: face, kiss, lips, mouth, jaw, jaws, yawn, entrance, estuary, influx, orifice, outfall, outlet, vent, kisser, mouths, stoma
στόμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: huba, hubička, jícen, líbat, obličej, otvor, polibek, políbení, tvář, ústa, ústí, morda, tlama, vtok
στόμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gesichtchen, kuss, mäulchen, mund, mündung, maul, rachen, abzug, auslauf, münder, schnabel
στόμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ansigt, kys, kysse, mund, munding, gas, os
στόμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: besar, beso, boca, cara, rostro, desagüe, desembocadura, embocadura, escapada, escape, salida
στόμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: baiser, bise, bouche, figure, frimousse, minois, gueule, embouchure, fuite, margoulette
στόμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: baciare, bacio, bocca, faccia, fauci, imboccatura, sbocco, sfogo
στόμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ansikt, kysse, munn, gap, avløp, munning, os, utløp, leppe
στόμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: мордашка, поцелуй, рот, пасть, губы, рты, уста
στόμα στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fytyrë, gojë, puth
στόμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: целувка
στόμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рот, выпасці, здохнуць, легчы, паваліцца, упасці, вусны
στόμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: suu
στόμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kasvot, suu, suudella, suutelo, kita
στόμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: poljubac
στόμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: száj, torkolat, ajak
στόμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bučinys, burna
στόμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: beijar, beijo, boca, cara, pesar, rosto, sucumbir, desembocadura, embocadura, foz
στόμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: faţă
στόμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: usta
στόμα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: рот, паща, пащу, розтріскатися, розтріскуватися, спускатися, спуститися, спустіться, тріщина, упасти, утроба, хлопець, вуста, уста
στόμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: buzia, paszcza, ujście, usta
στόμα στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gap, avlöp, os, utlöp, mun
στόμα στα σουηδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ústa
στόμα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

στόμα γεμάτο χώμα, στόμα με στόμα, στόμα θανάτου, στόμα ονειροκρίτης, στόμα του λύκου, στόμα γλυκό μου στόμα, στόμα στεγνό, στόμα ραψε, στόμα σκύλου, στόμα τησ αλήθειασ