lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στυφός

Λεξικό: αγγλικά στυφός
Μεταφράσεις: acerbic, acid, acrid, acrimonious, crabbed, gruff, harsh, snappish, tangy, tart, acute, edge, hackly, hard, horny, hot, incisive, inclement, keen, keener, keenest, nippy, peppery, piercing, poignant, pointed, pungent, severe, sharp, short, shrewd, shrill, steep, strident, stringent, violent
στυφός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: drsný, hrubý, jízlivý, kostrbatý, kousavý, kyselost, kyselý, nepříjemný, nerudný, nevlídný, ostrý, příkrý, pronikavý, prudký, štiplavý, strohý, trpký, tvrdý, uštěpačný, bodavý, břitkost, břitký, chtivý, dráždivý, hrotitý, křehký, krutý, ostří, palčivý, pálivý, peprný, pichlavý, pikantní, přísný, probíjející, silný, špičatý, štípavý, stručný, tuhý, výrazný, zahrocený
στυφός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: herb, rau, sauer, akut, beißend, ernst, grell, hart, heiß, kreischend, reißend, scharf, schneidend, schrill, spitz, stechend, streng
στυφός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: barsk, besk, bitter, ram, sur, syre, syrlig, alvorlig, bister, heftig, intens, pikant, skarp, spids, stel, streng, tvær
στυφός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acedo, acerbo, ácido, acre, acrimonioso, agrio, áspero, bronco, desabrido, desapacible, rudo, afilado, agudo, austero, brusco, cargado, incisivo, inclemente, intenso, mordaz, penetrante, picante, puntiagudo, punzante, riguroso, severo
στυφός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acerbe, acide, acre, âcre, acrimonieux, aigre, amer, âpre, austère, rêche, revêche, rude, sur, accusé, acéré, affilé, aigu, brûlant, cinglant, cuisant, dent, épicé, inclément, intense, perçant, piquant, pointu, rigoureux, sévère, tranchant
στυφός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acerbo, acido, acre, aspro, brusco, duro, rude, ruvido, acuminato, acuto, affilato, aguzzo, appuntito, austero, fine, intensivo, intenso, pepato, piccante, pungente, rigido, rigoroso, severo, tagliente
στυφός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: amper, barsk, besk, bitter, hard, ram, strev, sur, syra, syre, syrlig, akutt, alvorlig, bister, bitende, heftig, hvass, intens, kvass, piffig, pikant, rigorøs, skarp, skurva, spiss, stel, streng, tvær, vass
στυφός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: грубый, кислота, горячий, крутой, лезвие, остер, остёр, остроконечный, острый, проницательный, резкий, строгий
στυφός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: amper, barsk, besk, bitter, frän, hård, kärv, ram, sträv, sur, syra, syrlig, akut, bister, bitande, piffig, pikant, rigorös, skarp, skärva, spetsig, spliss, stark, stel, tvär, vass
στυφός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: acid
στυφός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: киселина
στυφός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hape, kibe
στυφός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hapan, happo, karkea, karvas, katkera, kirpeä, kolkko, kova, terävä, tyly, ankara, hauras, kalsea, kärkevä, kimakka, kimeä, kireä, kuuma, läpitunkeva, pureva, terä, tuima, voimakas
στυφός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kiseo, opor, oštar, strog, zajedljiv
στυφός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fanyar, sav, savas, akut, éles, erős, forró, hegyes, szigorú
στυφός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: rūgštis, griežtas
στυφός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acedo, acerbo, ácido, acre, acrimonioso, áspero, azedo, bronco, desabrido, acalorado, adiado, afiado, afilado, agudo, austero, brusco, cortante, forte, incisivo, inclemente, intenso, mordaz, penetrante, perspicaz, picante, pontiagudo, pronunciado, rígido, rigoroso, ríspido, rodo, sacudido, safio, severo, violento
στυφός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acid, aspru, acut, fierbinte, pătrunzător, violent
στυφός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кислота, акуратний, брутальний, важкий, вигострений, висока, високий, високо, витончений, вишуканий, вказаний, гарний, гарно, гостра, гостре, гострий, грубий, грубо-і-готовий, грубуватий, делікатний, деренчання, жорсткий, жорстокий, завзятий, квапливий, красивий, крихкий, крутий, купоросний, лагідний, ламкий, масивний, милий, міцний, наперчений, натуральний, непристойний, нерівний, нетерплячий, обдурити, обдурювання, обдурювати, обідраний, образливий, пеня, пиріг, поспішний, похапливий, прекрасний, прекрасно, приємний, природний, прозорий, проколювання, пронизливий, пронизуватий, проникливий, проникнення, пряний, раптовий, ретельний, різкий, розколення, розколюється, сердитий, сильний, симпатичний, сирий, слабкий, стрілоподібний, строгий, суворий, тактовний, терпкий, тонкий, торт, трубчастий, тяжкий, укус, уривчастий, характерний, хороший, хриплий, чудовий, чудово, шерехатий, шершавий, шорсткий, штраф, штрафувати, щетина
στυφός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cierpki, ostry
στυφός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: востры, рэзкі
στυφός στα λευκορωσίας »