lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στρατιωτικός

Λεξικό: αγγλικά στρατιωτικός
Μεταφράσεις: military, martial, war, warlike, warred, serviceman
στρατιωτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vojenský, bojovný, válečnický, válečný, armáda, voják, vojsko
στρατιωτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: militärisch, kriegerisch, militärwesen
στρατιωτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: militær
στρατιωτικός στα δανική »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: militaire, gonfalon, guerrier, martial, slogan, armée, capote, charroi, major, munitionnaire
στρατιωτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: militare, marziale
στρατιωτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: militær, krigersk
στρατιωτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: военный, воинский, ратный, армейский, военнослужащий, войска, войсковой
στρατιωτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: militär
στρατιωτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sotilaallinen, sotilas
στρατιωτικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: katonai, háborús, hadi, katonás, had, hadsereg, katona, katonasági
στρατιωτικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: karinis
στρατιωτικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: castrense, marcial, militar, exército, soldado
στρατιωτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: військовий, воєнний, войовничий, хірург, армієць, військовослужбовець, воїнський, вояцький
στρατιωτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: militarny, wojenny, wojskowość, wojskowy
στρατιωτικός στα πολωνική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bélico, guerrero, marcial, militar, ejército, soldado
στρατιωτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ratni, vojska
στρατιωτικός στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: militar
στρατιωτικός στα ρουμανική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: войска
στρατιωτικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ваеннаслужачы, воінскі
στρατιωτικός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

στρατιωτικός κανονισμός 20-2, στρατιωτικός αριθμός (σα), στρατιωτικός κανονισμός 20-1, στρατιωτικός όρκος, στρατιωτικός ποινικός κώδικας, στρατιωτικός γιατρός, στρατιωτικός σύνδεσμος, στρατιωτικός νόμος, στρατιωτικός δικηγόρος, στρατιωτικός χαιρετισμός