lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στρατηγός

Λεξικό: αγγλικά στρατηγός
Μεταφράσεις: general, capital, cardinal, central, chief, exquisite, foremost, grand, high, highest, leading, main, mainstream, major, paramount, primal, primary, principal, salient, aggregate, all-in, altogether, broad, common, generic, global, overall, total, overwhelming
στρατηγός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: celkový, generál, generální, povšechný, valný, vojevůdce, všeobecný, čelný, centrální, důležitý, hlavní, jistina, kapitál, kardinální, podstatný, přední, první, prvotní, střední, středový, ústředna, ústřední, velkolepý, základní, zásadní, globální, paušální, souhrnný, všestranný
στρατηγός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: allgemein, generell, feldherr, general, erstens, grundlegend, hauptsächlich, kapital, primär, vordere, vorzüglich, wesentlich, zentral, zuerst
στρατηγός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: almindelig, general, generaldirektør, generel, generelle, central, kapital, primær, generisk, universal
στρατηγός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: general, capital, cardenal, cardinal, central, céntrico, mayúscula, pecado, primero, principal, global, público, universal, plenario
στρατηγός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: général, générique, brigadier, capital, cardinal, centrage, central, essentiel, magistral, originaire, prééminent, premier, principal, global, univers, universel, plénier
στρατηγός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: generale, generico, basilare, capitale, cardinale, centrale, eminente, essenziale, maestro, precipuo, primario, primo, principale, complessivo, globale, plenario
στρατηγός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: general, generaldirektør, generell, gjennomgående, kapital, primær, prinsipiell, sentral, allmenn, alminnelig, felles, generisk, gjengs, universal
στρατηγός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: всеобщий, генеральный, генерал, ведущий, главный, капитал, основной, общ, общий, огульный
στρατηγός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: generaldirektör, general, primär, allmän, generell, generisk, genomgående, sammanlagd, universal
στρατηγός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: генерал, общ
στρατηγός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kindral, üldine, kapital
στρατηγός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: yleinen, ensimmäinen, keskeinen, keskus, pääoma
στρατηγός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: general, glavni, glavnica
στρατηγός στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bendras, generolas, visuotinis, kapitalas, pagrindinis
στρατηγός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: general, genérico, geral, peral, básico, capital, cardinal, central, fundos, maiúscula, principal, colectivo, conjunto, global, plenário, público, sumario, total, universal, católico
στρατηγός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: generalny, generał, główny, ogólny, walny
στρατηγός στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vezérezredes, fő, kéménytoldat, központi, legfőbb, remek, általános, közös, összes, teljes
στρατηγός στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kryesor
στρατηγός στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: capital, central
στρατηγός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: основний, взаємний, генерал, генеральний, головний, загальна, загальне, загальний, корпоративний, недокладний, обопільний, родовий, спільний, чистий, всезагальний, всесвітній, глобальний, універсальний
στρατηγός στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: агульны, усеагульны
στρατηγός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: celkový
στρατηγός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

στρατηγός δερματολόγος, στρατηγός ντερτιλής, στρατηγός μιχαήλ κωσταράκος, στρατηγός άνεμος, στρατηγός μακρυγιάννης, στρατηγός φράγκος, στρατηγός σαράφης, στρατηγός μαιζόν, στρατηγός αυγερόπουλος, στρατηγός φυτό