lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στοργή

Λεξικό: αγγλικά στοργή
Μεταφράσεις: affection, affliction, ailment, disease, disorder, illness, infirmity, malady, sickness, trouble, vacation, love, nicer, adherence, attachment, devotion, tether, fondness, sentiment, emotion, entertain, feeling, guilt, sensation, sense, agitation, excitement, shrug, thrill
στοργή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: láska, náklonnost, nemoc, záliba, choroba, onemocnění, stonání, miláček, milý, utrpení, lpění, oddanost, příchylnost, připojení, provaz, řetěz, vaz, zanícení, cit, cítění, mínění, smýšlení, afekt, dojem, dojetí, emoce, pocit, počitek, pohnutí, rozruch, senzace, vjem, vzruch, vzrušení, rozechvění
στοργή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: affekt, erkrankung, krankheit, leiden, schaden, übel, liebe, anhänglichkeit, hingabe, gefühl, vorliebe, zärtlichkeit, empfindung, gefühlsbewegung, gemüt, rührung, bewegung, gemütsbewegung, regung
στοργή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: affekt, lidelse, sygdom, elskov, kærlighed, tilknytning, følelse, fornemmelse, indtryk, sindsbevægelse, rørelse
στοργή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afección, afecto, afectuosidad, amistad, arrebato, cariño, dilección, querer, dolencia, enfermedad, amor, apego, atadura, sentimiento, ternero, ternura, emoción, sensación
στοργή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affection, mal, maladie, nouure, sidération, vésanie, amour, charité, dilection, passion, pépin, philharmonie, piété, platonisme, attache, attachement, dévouement, rattachement, prédilection, sentiment, sensibilité, sentimentalité, tendresse, âme, émotion, impression, sensation, attendrissement, chavirement, commotion, émoi, haussement, saisissement
στοργή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affetto, affezione, infermità, malanno, malattia, male, morbo, amore, carità, passione, senso, sentimento, commozione, emozione, impressione, sensazione, stampa
στοργή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: affekt, lidelse, sjuk, sykdom, yrkessykdom, elskov, kjærlighet, tilknytning, følelse, ømhet, emosjon, sensasjon, rørelse, sinnsbevegelse
στοργή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аффект, любовь, болезнь, заболевание, недуг, немощь, пассия, привязанность, нежность, волнение, ощущение, сенсация, возбуждение, разрыхление, растроганность, трогательность, умиление
στοργή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: affekt, illamående, ohälsa, sjuk, sjuka, kärlek, kärlighet, åkomma, ömhet, fölelse, känsla, rörelse
στοργή στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mielenliikutus, sairaus, tauti, rakkaus, antautuminen, kiintymys, tunne, tunnelma, hellyys, aistimus, tunto
στοργή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bolest, privrženost, ljubav, osjećaj
στοργή στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abalo, afecção, afectiva, afecto, afectuosidade, afeição, choque, comoção, querer, doença, mal, amor, apego, atadura, sentimento, emoção, sensação, marejada, turbulência
στοργή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afecţiune, boală, dragoste, iubire
στοργή στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: afekt, bolezen, ljubezen
στοργή στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: afekt, choroba, miłość, przywiązanie, schorzenie, sentyment, tkliwość, uczucie, wzruszenie
στοργή στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: болест, любов, преданост, мнение, емоция, чувство
στοργή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: захворванне, хвароба, хваляванне
στοργή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: haigus, kiindumus, tõbi, armastama, armastus, emotsioon, mulje, sensatsioon, tunne
στοργή στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: betegség, kór, szerelem, szeretet, ragaszkodás, vonzódás, érzelem, érzés, érzet, szenzáció, izgalom, meghatottság, megindultság
στοργή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: liga, meilė, emocija, jausmas
στοργή στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: choroba, pocit
στοργή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: захворювання, кохання, ласка, любов, нудьгуючий, пошесть, прихильність, скарга, стомлений, хворий, хворіти, хвороба, хворобу, примиріть, серце, серцевина, агітація, бродіння, бульба, бульбашка, булька, відчуття, галас, гамір, гомін, гук, заворушення, закипання, занепокоєння, збентеження, згоряння, кипіти, море, морський, неспокій, пузир, пузирчик, пульсація, розруха, струс, турбується, хвилювання, чуття, шум
στοργή στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dashuri, mallëngjim, ndjenjë
στοργή στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

στοργή στο λαό, στοργή στο λαό του βασίλη δούβλη, στοργή συνώνυμα, στοργή γιαννιτσά, στοργή στο λαό δούβλης, στοργή και προδερμ, στοργή παιδικός σταθμός, στοργή παπανικολάου, στοργή θεσσαλονίκη, στοργή για μια ζωή