lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στολίζω

Λεξικό: αγγλικά στολίζω
Μεταφράσεις: adorn, decorate, embellish, beautify, brighten, deck, garnish, ornament, streamline
στολίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dekorovat, krášlit, okrášlit, ozdobit, vyzdobit, vyznamenat, zdobit, zkrásnět
στολίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausschmücken, schmücken, zieren, verschönern, beschönigen, verschönen
στολίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dekorere, smykke, orden
στολίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aderezar, adornar, ataviar, condecorar, decorar, exornar, ornar, componer, embellecer, enriquecer, esmaltar, guarnecer, hermosear, ornamentar, pulir, agraciar, amenizar
στολίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: décorer, orner, parer, agencer, agrémenter, chamarrer, égayer, embellir, emperler, enjoliver, affubler, afistoler, ajuster, garni, colorer, enrichir, flatter, poétiser, recolorer
στολίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addobbare, adornare, decorare, fregiare, guarnire, ornare, parare, abbellire, aggraziare, imbellire
στολίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dekorere, dekorert, pryda, sira, smykke, orden
στολίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: украшать, орнаментировать, разукрашивать, прикрашивать
στολίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dekorera, pryda, sira, smycka, dekoration, försköna, orden, utsmyckning
στολίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbukuroj
στολίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аздабляць, прыбіраць, убіраць, упрыгожваць
στολίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kaunistaa, koristaa, koristella
στολίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adornar, ataviar, condecorar, decorar, ornamentar, ornar, aformosear, enfeitar, esmaltar, guarnecer
στολίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zdobiť
στολίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ведучий, вершина, вищий, збагатити, збагатіть, збагачувати, інжир, малюнок, найвищий, одяг, постать, прикрасити, прикрасьте, прикрашати, прикрашувати, провідний, тканина, фіга, фігура, цифра, шпиль, верх, верхній
στολίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dekorować, ozdabiać, przystrajać, upiększać
στολίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

στολίζω την τάξη μου, στολίζω την τάξη, στολίζω λαμπάδες, στολίζω συνώνυμα, στολίζω γαλότσες, στολίζω στα αγγλικά, στολίζω αγγλικα