lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στολή

Λεξικό: αγγλικά στολή
Μεταφράσεις: atomic, homogeneous, homogenous, indiscrete, same, seamless, unified, uniform, unitary, unvaried, battledress, tunic, equable, even, steady
στολή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hladký, homogenní, jednotkový, jednotný, jednotvárný, rovnoměrný, sjednocený, sourodý, stejnokroj, stejnoměrný, stejnorodý, stejný, uniforma, uniformní, tunika, pravidelný, rovný, souměrný, vyrovnaný
στολή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einheitlich, geschlossen, gleichartig, gleichförmig, uniform, schüleruniform, eben, gleichmäßig
στολή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ensartet, homogen, uniform, lige, plan, regelmæssig, stadig
στολή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: homogéneo, uniforme, túnica, igual, parejo
στολή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: homogène, monobloc, uni, uniforme, unitaire, habit, tenue, tunique, ménure, égal, régulier, symétrique
στολή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: divisa, omogeneo, uniforme, tenuta, pari
στολή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: enhetlig, ensartet, homogen, uniform, æven, jamn, plan, slett, stadig
στολή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гомогенный, единообразный, монолитный, однородный, цельный, китель, мундир, форма, гладкий, равномерен, равномерный, ровный
στολή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: enhetlig, homogen, uniform, även, jämn, plan, stadig
στολή στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: еднороден
στολή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sotilaspuku, univormu, yhtenäinen, tasainen, yhtäläinen
στολή στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: farda, fardamento, homogéneo, uniforme, túnica, igual
στολή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: uniforma
στολή στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jednolity, mundur, mundurek, równomierny
στολή στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кіцель, раўнамерны
στολή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: egyenruha, sík
στολή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: uniforma, lygus
στολή στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кітель, загальноприйнятий, мундир, навіть, одноманітний, однорідний, парний, плоский, рівний, рівномірний, уніформа
στολή στα ουκρανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ravan
στολή στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

στολή ινδιάνας, στολή αμαλίας, στολή max steel, στολή minion, στολή σουλιώτισσας, στολή πειρατή, στολή ξωτικού, στολή ραπουνζελ, στολή καουμπόι, στολή catwoman