lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στιλβώνω

Λεξικό: αγγλικά στιλβώνω
Μεταφράσεις: polish, sleek, smooth, stroke, buff, burnish, furbish
στιλβώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hladit, leštit, naleštit, pilovat, uhladit, urovnat, vybrousit, vyleštit, vypilovat, zjemnit
στιλβώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: glätten, polieren, streicheln, putzen
στιλβώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alisar, limar, pulimentar, abrillantar, acicalar, bruñir, limpiar, lustrar, pulir
στιλβώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aligner, astiquer, calandrer, limer, lisser, planer, polir, poncer, raboter, brunir, cirer, débrutir, doucir, fourbir, lustrer, peigner
στιλβώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: levigare, lisciare, brunire, lucidare
στιλβώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: stryke, bone, polere, pusse, slipe
στιλβώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выглаживать, поглаживать, полировать
στιλβώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avjämna, jämna, släta, polera, putsa
στιλβώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гладзіць, прасаваць, паліраваць
στιλβώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kiillottaa, silittää, tasoittaa
στιλβώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: löket
στιλβώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alisar, limar, polir, brunir, pulmonar
στιλβώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: випрасувати, гладенький, гладити, гладкий, давити, долоня, надавити, натиснути, пальма, плавний, прасувати, прес, преса, рівний, стиснути, тиснути, блиск, вирівняйте, відполірувати, відшліфувати, коліна, начистити, погляд, пола, полірувати, польський, раунд, хлебтати, чистити, шліфувати
στιλβώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gładzić, polerować
στιλβώνω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bone, polere, pudse
στιλβώνω στα δανική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: blizginti, poliruoti
στιλβώνω στα λιθουανική »