lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στιγμή

Λεξικό: αγγλικά στιγμή
Μεταφράσεις: instant, juncture, minute, moment, spell, time, twinkling, while
στιγμή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čas, chvíle, doba, okamžik
στιγμή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: augenblick, moment, stunde, uhrzeit, weile, zeitpunkt
στιγμή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: moment, øjeblik, stund, tid, time
στιγμή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: instante, minuto, momento, rato, tiempo
στιγμή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: heure, instant, laisser-courre, moment, péril, seconde, temps
στιγμή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attimo, istante, minuto, momento, ora, secondo, tempo
στιγμή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: moment, øyeblikk, stund, tid
στιγμή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: время, мгновение, минута, момент
στιγμή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: moment, stund, tag, tidpunkt
στιγμή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: çast, kohë, moment
στιγμή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: време, мигновение, минута, момент
στιγμή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вокамгненне, міг, момант, пагода
στιγμή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hetk
στιγμή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aika, ajankohta, hetki, momentti
στιγμή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: moment, vrijeme
στιγμή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: pillanat
στιγμή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: akimirka, akimirksnis, laikas, momentas
στιγμή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: instante, minuto, momento, rato, tempo
στιγμή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: trenutek
στιγμή στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: додатковий, докладний, дрібний, другий, другорядний, мерехтіти, мигання, миготіння, мигтіти, мить, момент, начерк, незначний, підкріпити, підкріпляти, підтримати, підтримувати, повторний, по-друге, подув, секунда, фактор, хвилина, хвилинка, час, чинник
στιγμή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chwila
στιγμή στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

στιγμή μου, στιγμή εκδόσεις, στιγμή συνώνυμα, στιγμή της αλήθειας, στιγμή διαρκείας, στιγμή συνώνυμο, στιγμή σε στιγμή καιρος, στιγμή επε, στιγμή λεξικό, στιγμή ετυμολογία