lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στηθοσκόπιο

Λεξικό: αγγλικά στηθοσκόπιο
Μεταφράσεις: stethoscope, earphone, handset, headphone, headset, receiver
στηθοσκόπιο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: stetoskop, sluchátko
στηθοσκόπιο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: sterz, stethoskop, hörer, kopfhörer
στηθοσκόπιο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hørerør, stetoskop, lur
στηθοσκόπιο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: estetoscopio, auricular
στηθοσκόπιο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: stéthoscope, écouteur
στηθοσκόπιο στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hørerør, stetoskop, lur
στηθοσκόπιο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: стетоскоп, трубка
στηθοσκόπιο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: stetoskop, lur
στηθοσκόπιο στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: стэтаскоп
στηθοσκόπιο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: stetoskoop
στηθοσκόπιο στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fonendoszkóp, sztetoszkóp, telefonkagyló
στηθοσκόπιο στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: stetoskop
στηθοσκόπιο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: стетоскоп
στηθοσκόπιο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: stetoskop, słuchawka
στηθοσκόπιο στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: auricolare, cuffia
στηθοσκόπιο στα ιταλικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kuuloke
στηθοσκόπιο στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: auricular
στηθοσκόπιο στα πορτογαλικά »

Σχετικές λέξεις

στηθοσκόπιο littmann, στηθοσκόπιο littmann classic ii se, στηθοσκόπιο τιμή, στηθοσκόπιο littmann master classic ii, στηθοσκόπιο littmann classic ii, στηθοσκόπιο littmann master cardiology, στηθοσκόπιο littmann cardiology iii, στηθοσκόπιο αγορά, στηθοσκόπιο βικιπαιδεια, στηθοσκόπιο master classic ii