lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στενός

Λεξικό: αγγλικά στενός
Μεταφράσεις: contracted, cramped, crowded, insular, narrow, poky, strait, stringent, tight, closefitting, close-fitting, skin-tight, tight-fitting
στενός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lakomý, malý, omezený, sevřený, skoupý, skrovný, stěsnaný, stísněný, stručný, těsný, utažený, úzkoprsý, úzký, přiléhavý
στενός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: eng, engstirnig, gedrängt, gering, klein, knapp, schmal, anliegend, dicht
στενός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: smal, stram, tæt, telt, trang
στενός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: angosto, apretado, chico, estrecho, exiguo, menudo, pequeño, ajustado, entallado
στενός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: étranglé, étroit, exigu, mesquin, petit, rétréci, serré, collant, mince
στενός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: angusto, minuto, piccino, piccolo, ristretto, stretto, aderente, magro
στενός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: knapp, knepen, liten, snever, stram, tett, trang, tettsittende, smal
στενός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: маленький, небольшой, ничтожный, тесен, тесный, узкий, облегающий, обтянутый, плотный
στενός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: knapp, knepen, snäv, stram, trång, åtsittande, tranig, smal
στενός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: тесен
στενός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гарох, маленький, цесны, вузкi
στενός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahdas, kapea, pieni, tiukka, ihonmyötäinen
στενός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tijesan
στενός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: feszes, keskeny, kicsinyes, szoros, szűk, testhezálló
στενός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: siauras, įtemptas
στενός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afogado, apertado, estreito, pequeno, ajustado, estreado
στενός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ozek
στενός στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: tesný, úzky
στενός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: близький, близько, вузький, завершення, закривати, закрити, закриття, зачинити, зачиняти, інтимний, обмежений, тісний, убогий
στενός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciasny, obcisły, wąski
στενός στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tihe
στενός στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

στενός δημόσιος τομέας, στενός κόλπος, στενός τράχηλος, στενός συνώνυμα, στενός δημόσιος τομέας ορισμός, στενός κορσές, στενός και ευρύτερος δημόσιος τομέας, στενός γυναικείος κόλπος, στενός δακτύλιος, στενός συγγενής διάσημης ελληνίδας παρουσιάστριας συμμετείχε σε εγκληματική ομάδα