lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σταματώ

Λεξικό: αγγλικά σταματώ
Μεταφράσεις: abort, amuse, discontinue, intercept, interrupt, pause, quit, reprieve, stop, suspend, abstain, arrest, block, cease, check, control, delay, inhibit, obstruct, prohibit, restrain, retard, stay, stem, withhold, apprehend, detain, freeze, halt, impede, keep, lock, retain, sojourn, stanch
σταματώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odložit, odříznout, přerušit, přerušovat, přestat, přestávat, rušit, suspendovat, vyrušit, zabavit, zachycovat, zachytit, zadržet, zarazit, zastavit, zastavovat, zavěsit, aretovat, pozdržet, zahradit, zatknout, zdržet, chovat, držet, meškat, pobýt, pobývat, podržet, ponechat, přidržet, prodlévat, uchovat, udržovat, uschovat, zachovat, zachovávat, zadržovat
σταματώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbrechen, abfangen, abreißen, stoppen, unterbrechen, anhalten, aufhalten, einhalten, enthalten, festnehmen, verhaften, zurückhalten, arretieren, aufzuhalten, einstellen, gehalten, halten
σταματώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ophøre, rast, standse, stoppe, arrestere, beholde, bevare, hindre, holde
σταματώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dejar, interrumpir, romper, suspender, descontinuar, detener, enfrenar, retener, detenerse, estancar, parar, pararse
σταματώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arrêter, couper, discontinuer, intercepter, contenir, endiguer, retenir, alpaguer, conserver, retarder, séjourner, stopper
σταματώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: arrestare, intercettare, interrompere, smettere, sospendere, arginare, ritenere, conservare, fermare, fermarsi, mantenere, sostare, trattenere
σταματώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avblåsa, avbryte, nedlegge, rast, stoppe, beholde, bevare, hemme, hindre, holde, oppholde, stokka
σταματώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вешать, перервать, прекращать, прервать, прерывать, сдерживать, задерживать, останавливать
σταματώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avblåsa, nedlägga, rast, stanna, anstånd, avhålla, försena, uppehålla, anhalt, stocka, tveka
σταματώ στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: katkestama, peatuma
σταματώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: katkaista, keskeyttää, lakata, lopettaa, pidättää, viivyttää
σταματώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: suspender, apreender, capturar, detentor, moderar, prender, demorar, interromper, parar, retardar
σταματώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: перервати, витримати, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, гальмувати, держати, дисциплінуйте, заборонити, забороняти, загальмувати, залишитися, затримати, затримувати, зберегти, зберігати, здержувати, змусити, змусьте, зупинятися, карати, корок, лишатися, лишитися, межа, містити, міститися, містить, містіть, обмеження, обмежити, обмежувати, перебування, перешкоджати, перешкодити, подавити, подавляти, пожити, покарати, придушити, придушувати, примусити, примушувати, пробка, провести, проводити, проживати, рефрен, стрибати, стрибнути, стрибок, стримати, стримувати, тамувати, тримати, триматися, утримати, утриматися, утримувати, утримуватися, варення, вгамувати, відставання, відставати, гамувати, давка, джем, додавати, додати, залишатися, затискати, затиснути, затримайте, захопити, захоплювати, зупинитися, зупиняти, оправити, оправляти, переплести, переплітати, плентатися, побоюватися, прикладіться, прикріпити, прикріплювати, прикріпляти, стискати, стискувати, стиснути, стовбур, удержати, удержувати, усвідомте
σταματώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przerwać, wstrzymywać, zatrzymywać
σταματώ στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: стрымліваць, затрымліваць, спыняць
σταματώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zadržati
σταματώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szünet, feltartóztatni, megállítani
σταματώ στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndaloj
σταματώ στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: спирам
σταματώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: opri
σταματώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ustaviti
σταματώ στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

σταματώ συνώνυμα, σταματώ κλίση, σταματάω το κάπνισμα, σταματώ λατινικά, δεν σταματώ, δε σταματώ, σταματώ conjugation