lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σταθμός

Λεξικό: αγγλικά σταθμός
Μεταφράσεις: mail, post, sentinel, sentry, station, halt, appointment, attitude, bay, berth, emplacement, fellowship, position, stance, standing, standpoint, state, viewpoint
σταθμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hlídka, místo, pošta, postavení, působiště, stanice, stanoviště, stráž, strážnice, nádraží, zastávka, atituda, funkce, poloha, postoj, pozice, situace, služba, stanovisko, stav, umístění, úřad
σταθμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: post, posten, standleitung, station, stelle, stellung, wache, wacholderbranntwein, wachposten, bahnhof, statik, amt, bucht, haltung, lage, position, rang, stand, standortwechsel, standpunkt, stellplatz
σταθμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: post, station, vagtpost, beliggenhed, bestilling, embede, holdning, rang, standpunkt, stilling, tilstand, tjeneste
σταθμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: centinela, correo, estación, puesto, actitud, colocación, función, posición, postura, situación
σταθμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: poste, sentinelle, étape, garage, gare, station, station-service, terminus, attitude, charge, office, place, position, rang, situation, stand
σταθμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: posta, posto, scolta, sentinella, fermata, stazione, atteggiamento, carica, circostanza, grado, intenzione, portamento, posizione, postazione, ubicazione
σταθμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: post, stasjon, bestilling, embete, holdning, plass, posisjon, rang, standpunkt, stilling, tjeneste
σταθμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пост, станция, вокзал, остановка, должность, место, отношение, положение
σταθμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: post, radiostation, station, ämbete, anställning, attityd, befattning, rang, ställning, ståndpunkt, tjänst
σταθμός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: postë, stacion
σταθμός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: часовой, гара, станция, отношение
σταθμός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пост, пошта, вакзал, станцыя, плошта
σταθμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: post, ruum
σταθμός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asema, posti, vartija, pysäkki, rautatieasema, asenne, asento, kanta, kohta, paikka, tila
σταθμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mjesto, pošta, straža, stanica, položaj
σταθμός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: őrhely, őrség, állomás, megállóhely, pályaudvar, állás, álláspont, beosztás, elhelyezkedés, helyzet
σταθμός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: korespondencija, paštas, postas, sargybinis, stotis, punktas, vieta
σταθμός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: correio, estação, posto, sentinela, correu, custo, atitude, colocaria, estaciona, lugar, posição, posiciona, postura, presto
σταθμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: poştă, atitudine
σταθμός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: postaja
σταθμός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відправити, голодування, піст, посада, посилати, пост, пошта, поштовий, призначення, розклеїти, розклеювати, стовп, страж, щогла, вирізати, вирізка, відрізаний, зріз, косити, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, станція, стригти, фасон
σταθμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: posterunek, stacja, stanowisko
σταθμός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σταθμός λαρίσης, σταθμός λιοσίων, σταθμός πελοποννήσου, σταθμός εμπορευματοκιβωτίων πειραιά, σταθμός της μάσας, σταθμός λαρίσης δρομολόγια, σταθμός κόλλησης, σταθμός αγία μαρίνα χαρτης, σταθμός κτελ λιοσίων, σταθμός σκα