lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σταθερότητα

Λεξικό: αγγλικά σταθερότητα
Μεταφράσεις: stability, steadiness, consistency, constancy, fixedness, immutability, permanence, permanency, durability, fastness, indestructibility, lasting, lifespan, persistence, persistency, solidify, tenacity
σταθερότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: stabilita, stálost, ustálenost, neměnnost, odolnost, pevnost, trvalost, trvanlivost, tuhost, vytrvalost, soudržnost, tvrdošíjnost, úpornost
σταθερότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: stabilität, standfestigkeit, beständigkeit, dauer, festigkeit, konstanz, stabilisierung, standhaftigkeit, haltbarkeit
σταθερότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: firmeza, subsistencia, consistencia, constancia, estabilidad, fijeza, perseverancia, durabilidad, duración, solidez
σταθερότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: stabilité, constance, fermeté, fixité, permanence, solidité, stoïcisme, certitude, consistance, durabilité, inadmissibilité, ténacité
σταθερότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: stabilità, consistenza, costanza, fermezza, permanenza, solidità, tenacia
σταθερότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: стабильность, устойчивость, постоянство, носкость, прочность, стойкость
σταθερότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: стабільнасць, сталасць, устойлівасць, мацунак, моц, трываласць
σταθερότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: horjumattomuus, kiinteys, muuttumattomuus, kestävyys, lujuus
σταθερότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: firmeza, durabilidade, fortaleza
σταθερότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: stabilita
σταθερότητα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: нерухомість, стабільність, сталість, стійкість, усталеність, логічність, наполегливість, настирливість, настійливість, незмінність, погодженість, послідовність, постійність, сумісність, твердість, витривалість, витримка, довговічний, міцний, міцність, міць, сила, терпіння, терплячість, тривалий, тривалість, тривкий, тривкість, чіпкість
σταθερότητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: stabilność, stałość, trwałość
σταθερότητα στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fasthet, varaktighet, hold, lasting, varighet
σταθερότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fasthet, varaktighet, bestånd, lasting
σταθερότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: постоянство, устойчивост
σταθερότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tömörség, szilárdság, szívósság, tartósság
σταθερότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hold, lasting
σταθερότητα στα δανική »

Σχετικές λέξεις

σταθερότητα τιμών, σταθερότητα φαρμακευτικών προϊόντων, σταθερότητα συνώνυμα, σταθερότητα των τιμών γιατί είναι σημαντική για σένα, σταθερότητα των τιμών, σταθερότητα αγγλικά, σταθερότητα πυρήνων, σταθερότητα χαρακτήρα, σταθερότητα λεξικό, σταθερότητα ορισμος