lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στήριγμα

Λεξικό: αγγλικά στήριγμα
Μεταφράσεις: arm, back, backbone, backrest, foothold, footing, maintenance, reliance, support, bolster, brace, buttress, cantilever, crutch, prop, rest, stanchion, upholder, advocacy, assistance, backing, corroboration, encouragement, endorsement, sympathy, aid, reassurance, relief
στήριγμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: opěradlo, opora, podepření, podpěra, podpírání, podpora, opěra, podpěrka, podstavec, pomoc, sloup, stojka, suport, výztuha, zbytek, krytí, výpomoc
στήριγμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anhalt, halt, hilfe, lehne, rücken, stütze, unterstützung, pfeiler
στήριγμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: karm, støtte, konsol, fremme, medhold, underhold, bistand, stød, understod
στήριγμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apoyo, respaldo, soporte, estribo, muleta, puntal, sostén, sustento, ayuda, amparo, auxilio
στήριγμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accotoir, accoudoir, appui, dossier, accore, accot, appoint, étai, étançon, racinal, refuge, soutènement, soutien, support, tuteur, mentonnière, tasseau, parrainage, point, protection, aidant, subside
στήριγμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appoggio, bracciolo, schienale, puntello, sostegno, supporto, favore
στήριγμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: karm, rygg, konsoll, støtte, avansement, fremme, medhold, underhold, bistand, hjelp, stødd, stønad, understod
στήριγμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: поддержка, кронштейн, опора, подпора, подпорка, защита
στήριγμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: backa, karm, rygg, ryggstöd, stöd, tillbaka, fäste, stötte, befordran, understöd, stönad
στήριγμα στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: toetus
στήριγμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: avustus, kannatin, noja, tuki, tukeminen
στήριγμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alap, háttámla, támla, alátámasztás, pártfogás, segély
στήριγμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atrama, parama
στήριγμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apoio, rescaldo, escora, estribo, muleta, punhal, sustento, sustentáculo, auxilio
στήριγμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: sprijin
στήριγμα στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oparcie, podpora, podpórka, poparcie, wsparcie
στήριγμα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падпора, падпорка
στήριγμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кронштейн, підпертя, підпора, підпору, відпочивати, відпочинок, відпочити, відправити, грати, опора, перерва, підпірка, підставка, підтримка, посада, посилати, пост, пошта, поштовий, розклеїти, розклеювати, стовп, щогла
στήριγμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: защита
στήριγμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: servis
στήριγμα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

στήριγμα vesa, στήριγμα ώμου, στήριγμα πλάτης, στήριγμα κουρτίνας μπάνιου γωνιακό, στήριγμα συνωνυμα, στήριγμα οθόνης υπολογιστή, στήριγμα ιστού κεραίας τοίχου, στήριγμα καρπού για χρήση με πληκτρολόγιο, στήριγμα καρπού πληκτρολογίου, στήριγμα κουνουπιέρασ