lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: στέγαση

Λεξικό: αγγλικά στέγαση
Μεταφράσεις: accommodation, billet, lodging, abode, apartment, dwelling, flat, habitation, home, lodgings, maisonette, mingling, pad, place, bed, sleepover, quarter
στέγαση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: byt, ubytování, apartmá, bydlení, bydliště, domácnost, domov, dům, obydlí, osídlení, pobyt, příbytek, rodina, umístění, ložisko, lůžko, nocleh
στέγαση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: quartier, unterkunft, wohnung, appartement, aufenthalt, domizil, etagenwohnung, haus, heim, logis, wohnort, wohnsitz, lager, nachtlager, übernachtung, unterkleidung, einquartieren, unterbringung
στέγαση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kvarter, lejlighed, logi, bo, bolig, bols, boning, bopæl, bosted, fald, hjem, hus, klangløs, våning, natlogi
στέγαση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alojamiento, cuartel, hospedaje, vivienda, apartamento, casa, domicilio, estancia, habitación, morada, piso
στέγαση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appartement, logement, conciergerie, demeure, domicile, habitacle, habitation, logis, maison, pied-à-terre, couchage, couchée, coucher, gîte, nuit, nuitée, hébergement
στέγαση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: alloggiamento, alloggio, quartiere, abitazione, appartamento, casa, dimora, domicilio, sistemare, sistemazione, pernottamento
στέγαση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kvarter, logi, losji, bo, bolig, bols, boning, bopel, bosted, fald, flat, hem, hjem, hus, klangløs, leilighet, oppsi, pensjon, platt, våning, nattelosji, nattlogi, innkvartering
στέγαση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: квартира, жилище, ночевка, ночёвка, ночлег, расквартирование
στέγαση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kvarter, logi, bo, bolig, boning, bostad, fadd, flat, hem, hjelm, klanglös, lägenhet, platt, våning, vistande, nattlogi
στέγαση στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asumus, asunto, majoitus, asuminen, huoneisto, koti, majapaikka
στέγαση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beszállásolás, kvártély, szállás, ház, lakás, lakhely
στέγαση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aposento, hospedagem, apartamento, aposentos, casa, domicilio, domicílio, estancia, habitação, morada, piso
στέγαση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ústredie
στέγαση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kwatera, mieszkanie, nocleg, zakwaterowanie
στέγαση στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: apartament
στέγαση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: жилище, квартира
στέγαση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: elamu, korter
στέγαση στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: apartman, stan, stanovanje
στέγαση στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: būstas, butas, kambarys, lyguma, namas, namie
στέγαση στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: apartament
στέγαση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: stanovanje
στέγαση στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: квартира
στέγαση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

στέγαση φοιτητών, στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, στέγαση επε, στέγαση σε οικισμό στέγασης εκτοπισθέντων, στέγαση βεράντας, στέγαση πανεπιστήμιο κύπρου, στέγαση αστέγων, στέγαση συνώνυμα, ακίνητα στέγαση, φοιτητική στέγαση