lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σπρώχνω

Λεξικό: αγγλικά σπρώχνω
Μεταφράσεις: dab, impose, push, crowd, doormat, hustle, impel, poke, shove, squeeze, stab, elbow, hitch, jog, joggle, jostle, prod, thrust, advance, jiggle, move, sashay, trek, deduct, discount, dock, recoup, slide, cram
σπρώχνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: posunovat, šoupat, strčit, strkat, tlačit, uložit, vytlačit, hnát, pobídnout, postrkovat, šinout, pobízet, vbodnout, vniknout, vrazit, vystrčit, chodit, jít, navrhnout, navrhovat, pokračovat, pokročit, pokrok, postoupit, postup, postupovat, posun, posunout, povýšit, předložit, přimět, půjčit, uspíšit, záloha, dedukovat, odčítat, odečíst, odpočítat, slevit, srazit, vyvodit, vyvozovat, klouzat, napěchovat, pěchovat
σπρώχνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufgeladen, aufsetzen, schieben, stecken, stoßen, drängen, gleiten, rücken, weiterkommen, abschreiben, deduzieren, folgern, hineinstopfen, zwängen
σπρώχνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: skubbe, støde, dytte, skæve
σπρώχνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: empujar, poner, apretar, impeler, meterse, impulsar, adelantar, avanzar, hacer, mover, progresar, atropellar, deducir, descontar, colar, hundir
σπρώχνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appliquer, encocher, infliger, pousser, bousculer, crosser, enfoncer, impulser, solliciter, avancer, progresser, déduire, défalquer, heurter, coulisser, refouler
σπρώχνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sospingere, spingere, gettare, ficcare, pigiare, spintonare, anticipo, avanzare, avanzata, filare, dedurre, detrarre
σπρώχνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: knuffa, skubbe, dytte, skyve, knuffas, skri
σπρώχνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: наложить, настлать, толкать, пихать, подталкивать, двигать, подвигать, вычитать, отчислять, трогать, расталкивать, впихивать, всучивать, вталкивать, запихать
σπρώχνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: knuffa, skeve, knuffas, befordran, skrida
σπρώχνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: штурхаць, пхаць, пхнуць, соваць, соўгаць, цягнуць
σπρώχνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõukama
σπρώχνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: työntää, ajaa, lykätä, pukata, edistää, päätellä
σπρώχνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: gurati
σπρώχνω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: empurrar, impelir, pôr, impedir, adiantar, avançar, menear, mover, progredir, deduzir
σπρώχνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nałożyć, pchać, popychać, posuwać, potrącać, roztrącać, suwać, wpychać
σπρώχνω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lökdösődik, tolakodni, lökdös, elsodor, levon
σπρώχνω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: випрасувати, встановити, гуля, давити, заохочувати, здати, зіткнення, класти, надавити, натиснути, негайний, підказати, підказка, підказувати, покладати, покласти, поміщений, поставити, поштовх, поштовхи, прасувати, прес, преса, притулити, просувати, рівно, рухайте, рухати, складати, скласти, ставити, стимулювати, стиснути, сутичка, схиляти, терміновий, тиснути, точно, ударити, ударитися, швидкий, штовхати, штовхнути, притуляти, проставити, ворушити, ворушитися, ворушіння, двигати, збуджувати, збудити, посувати
σπρώχνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rras
σπρώχνω στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

σπρώχνω συνώνυμα