lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σποραδικός

Λεξικό: αγγλικά σποραδικός
Μεταφράσεις: circumstantial, incidental, occasional, adventitious, casual, contingent
σποραδικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: náhodný, občasný, příležitostný
σποραδικός στα τσεχική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: circunstancial, ocasional, accidental
σποραδικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: à-propos, circonstanciel, occasionnel
σποραδικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: occasionale
σποραδικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: leilighetsvis
σποραδικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajoittainen, satunnainen
σποραδικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkalmi
σποραδικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: circunstancial, ocasional, casual, contingente, eventual, fortuito, incidental
σποραδικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: okolicznościowy, przygodny
σποραδικός στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gelegentlich
σποραδικός στα γερμανικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: случайный
σποραδικός στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выпадковы
σποραδικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: винесення, випадковий, додатковий, дряпати, дряпатися, дряпина, епізодичний, ненадійний, непідготовлений, нестійкий, побічний, подряпина, почухати, почухатися, проходження, скрип, факультативний, чухати
σποραδικός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

σποραδικός καρκίνος, σποραδικός συνώνυμο, σποραδικός λεξικο, σποραδικός αγγλικά