lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σπαταλώ

Λεξικό: αγγλικά σπαταλώ
Μεταφράσεις: spoil, squander, waste, dissipate, ruin
σπαταλώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hýčkat, kazit, likvidovat, mrhat, ničit, plýtvat, pokazit, poničit, promarnit, promrhat, rozházet, rozhazovat, rozmazlit, rozmazlovat, utrácet, zhýčkat, zkazit, zničit, marnit, rozehnat, rozptýlit, rozptylovat, utratit
σπαταλώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verderben, vergeuden, vernichten, verschwenden, zerstören
σπαταλώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beskadige, pøse, scilla, sløse, spilde, spille
σπαταλώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: averiarse, derrochar, desaprovechar, desperdiciar, despilfarrar, dilapidar, disipar, malgastar, malograr, mimar, perder, prodigar, derretir, desbaratar, desparramar, desvanecerse, malrotar
σπαταλώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abîmer, dilapider, gâcher, galvauder, gaspiller, gâter, perdre, prodiguer, dissiper, engloutir, gaspille, manger
σπαταλώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: guastare, perdere, sciupare, sperperare, sprecare, viziare
σπαταλώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forspille, ødsla, pøse, sløse, spilla, spille
σπαταλώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: тратить, проматывать, разбазаривать, расточать, растрачивать, транжирить
σπαταλώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ödsla, slösa, spilla
σπαταλώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: згубiць, дарыць, марнатравіць, растрачваць
σπαταλώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hävittää, hemmotella, hukata, pilata, tuhota, haaskata
σπαταλώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pokvariti
σπαταλώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fecsérelni, pazarolni
σπαταλώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adulterar, dilapidar, estragar, malograr, mimar, desbaratar
σπαταλώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: tratiti
σπαταλώ στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: marnować, trwonić
σπαταλώ στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: марнувати, розганяти, розігнати, розкидайте, розкидати, розпорошити, розпорошувати, розсівати, розсійтеся, розсіяти, споживати, спожити, чахніть
σπαταλώ στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

σπαταλώ συνώνυμα, σπαταλώ συνωνυμο, σπαταλώ χρόνο