lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σοδειά

Λεξικό: αγγλικά σοδειά
Μεταφράσεις: crop, harvest, output, yield, array, collection, digest, docket, file, font, ingathering, miscellany, omnibus, set, tuck
σοδειά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: úroda, výnos, výtěžek, výtěžnost, žatva, žeň, žně, antologie, kolekce, přehled, sada, sběr, sbírání, sbírka, seskupení, seznam, shromáždění, soubor, souprava, výběr, vybírání, výbor
σοδειά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arbeitsleistung, ausbeute, ernte, ertrag, sammlung, zusammenstellung
σοδειά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afgrøde, avl, avling, grøde, høst, apparat, forsamling, samling, sats, skur
σοδειά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cosecha, fruta, fruto, recolección, siega, colección, colecta, junta
σοδειά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: moisson, récolte, rendement, analectes, appareil, assommant, assortiment, bestiaire, collecte, collection, cru, cueillage, cueillette, fablier, nomenclature, panoplie, recueil, répertoire, réunion, romancero, sermonnaire, silves, sottisier, spicilège, ypréau
σοδειά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: messe, mietitura, profitto, raccolta, raccolto, rendimento, resa, collezione, repertorio
σοδειά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avkastning, avl, avling, grøda, grøde, høst, forsamling, innhøsting, innsamling, kolleksjon, samling, sats, skur, skurd
σοδειά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выработка, жатва, урожай, коллекция, набор, сборник, свод, собрание
σοδειά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avkastning, avling, gröda, höst, åhörare, gäng, matbestick, samling, sats, skörd, ställa, uppsättning
σοδειά στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: жътва, урожай, сборник
σοδειά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: жнива, ураджай, зборнік, жніво
σοδειά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: saak, kogumine
σοδειά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elonkorjuu, sato, tuotto, joukko, kokoelma, kolehti
σοδειά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ljetina, žetva
σοδειά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aratás, termelés, termés, gyűjtemény
σοδειά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: derlius
σοδειά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: colheita, fruto, aparelho, colecção, colecta, colecto, grupo, reunião
σοδειά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: врожай, урожай, збірка, збірку, збірник, перетравити, перетравлювати, резюме, суміш, жнива, жниво
σοδειά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: plon, zbiór, żniwo
σοδειά στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: colecţie
σοδειά στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

σοδειά βικιλεξικο, σοδειά κηφισιά, σοδειά περιοδικό, σοδειά συνώνυμα, σοδειά πάργα, σοδειά εστιατόριο, σοδειά ταβέρνα, σοδειά μετάφραση, ματωμένη σοδειά, η σοδειά