lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκύβω

Λεξικό: αγγλικά σκύβω
Μεταφράσεις: bend, contort, crook, curve, hook, lour, scowl, bent, decline, incline, lean, recline, slant, slope, stoop, entwist, gnarl, sinuate, swerve, turn, twist, veer, wrest, wriggle, writhe, sag, camber, contortion, arch, inflect, warp, bending, crease, flexion, flexure, bow, crouch, duck, flex, fold, hump, putrefy
σκύβω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: křivit, oblomit, ohnout, ohýbat, pokrčit, přehnout, prohnout, prohýbat, shýbat, sklonit, zahnout, zahýbat, zkřivit, kroutit, pokřivit, zkroutit, chýlit, hrbit, inklinovat, nachýlit, nahnout, nahýbat, naklánět, naklonit, sehnout, shrbit, sklánět, snížit, obrátit, otočit, stáčet, točit, zabočit, klesat, klesnout, ustoupit, ohyb, zakřivení, zatáčka, vyklenout, zakřivit, oblouk, flexe, ohnutí, ohýbání, falcovat, přehýbat, přeložit, skládat, složit
σκύβω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beugen, biegen, rümpfen, verbiegen, bücken, neigen, abbiegen, abdrehen, einbiegen, einlenken, schwenken, ablenken, biegung, krümmung, gebogen, knicken, krümmen, beugung, bug, knick, kurve
σκύβω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bøje, svinge, helle, skråne, bukke, slynge, krumning, bøye, fold, kurve, bue, sving, folde
σκύβω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: curvar, doblar, plegar, combar, encorvar, rechinar, torcer, agachar, desplomarse, inclinar, agacharse, contorcerse, enroscar, girar, retorcer, tirar, virar, anfractuosidad, curvatura, abollar, curva, corvadura, doblegar, encorvarse, pandearse
σκύβω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cintrer, courber, fléchir, plier, ployer, contourner, déformer, rechigner, tordre, déverser, incliner, pencher, baisse, baisser, cordeler, corder, cordonner, embarder, rabattre, recoquiller, retordre, tortiller, tourner, virer, diffracter, cambrure, courbure, recourbement, recourbure, bossuer, cambrer, gondoler, infléchir, replier, courbe, incurver, recourber, fléchissement, flexion, inflexion, jarret, jouer, ployage, virage, couder, voûter
σκύβω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: curvare, flettere, piegare, piegarsi, chinare, pendere, chinarsi, deviare, girare, sterzare, torcere, curvatura, inarcare, curva, flessione, svolta, ripiegare
σκύβω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bøye, kurva, båge, bukta, helle, luta, skråne, slutta, bukke, krøkka, lute, slynge, svinge, tvinne, bøyning, bukt, bukte, vika, sving
σκύβω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гнуть, кривить, наклонять, склонять, закручивать, поворачивать, свивать, скручивать, выгиб, изгиб, выгибать, изгибать, загнуть, согнуть, изгибы, кривизна, отгиб, сгиб, сгибы, сгибать
σκύβω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bända, bocka, böja, kröka, kurva, båge, bukta, böjt, luta, slutta, bräcka, vika, bukt, veck
σκύβω στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: painutama
σκύβω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kaartaa, taivuttaa, vääntää, kallistaa, kääntää, kaarevuus, kaarre, kaarros, köyristyä, mutka, taipua, kuolla
σκύβω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: görbíteni, hajlítani, ferdíteni, görbít, görbül, hajlik, hajlít, befordul, bekanyarodik, csavarni, elkanyarodik, sodorni, görbület, hajlás, íveltség, meghajlít, meghajt, útkanyar, meghajlik, eltűnni, elveszni
σκύβω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lenktis, posūkis
σκύβω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: curvar, dobrar, torcer, agachar, inclinar, cobrar, enroscar, girar, retorcer, virar, anfractuosidade, curvatura, curva, cornadura, lóbulo, perecer
σκύβω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: giąć, krzywić, pochylać, schylać, skręcać, uginać, wygięcie, wyginać, zgiąć, zgięcie, zginać
σκύβω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: përkul, prirem, përkulje, kërrus
σκύβω στα αλβανικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вітер, завести, заводити, навертати, нахил, повертати, вигин, закрут, звивистість, згин, згинання, обмотка, флексія, флексура, бант, вклонитися, згинати, зігнути, кривошип, лук, складати, складка, скласти, схилятися, уклін, уклонитися
σκύβω στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: curbă
σκύβω στα ρουμανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выгін, згібаць, згінаць
σκύβω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: umrijeti
σκύβω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

σκύβω εκεί κάθε βράδυ, σκύβω english, σκύβω το κεφάλι, σκύβω και προσκυνώ το λείψανο σου ελλάδα, σκύβω στα αγγλικά