lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκουπίζω

Λεξικό: αγγλικά σκουπίζω
Μεταφράσεις: abrade, clash, conflict, dab, dust, efface, engage, erase, fret, pulverize, raze, scrub, wipe, chafe, fray, mop, rub, swab, zap, besom, brush, sweep
σκουπίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obrousit, odřít, osušit, otřít, přetřít, seškrabat, setřít, smazat, utřít, vyhladit, vyškrábat, vytírat, vytřít, zahladit, zastínit, drbat, drhnout, gumovat, hladit, leštit, mnout, otírat, třít, vydrhnout, vygumovat, vyleštit, mést, zamést, zametat
σκουπίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abreiben, abwischen, aufreiben, aufwischen, wischen, abtreten, abtrocknen, radieren, reiben, fegen, kehren
σκουπίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: skure, viske, gnide, børste, feje, ferie, soppe
σκουπίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: borrar, desgastar, enjugar, fregar, raspar, secar, frotar, limpiar, refregar, barrer, escobar
σκουπίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abraser, effacer, éponger, escarmoucher, essuyer, élimer, frotter, gommer, ressuyer, tamponner, torcher, balayer
σκουπίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abradere, asciugare, cancellare, scontrarsi, fregare, ramazzare, scopare, spazzare
σκουπίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: skava, skure, viske, gni, børste, feie, sope
σκουπίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: стирать, вытирать, подтирать, заметать, подметать, сметать
σκουπίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: abradera, skava, torka, borste, sopa
σκουπίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fshij
σκουπίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: намульваць, сціраць, падмятаць, падфастрыгаваць, падшыць
σκουπίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pühkima
σκουπίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pyyhkiä, sivellä, lakaista, pyyhkäistä
σκουπίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: borrar, enxugar, impar, limpar, raspar, secar, esfregar, friccionar, limiar, varrer
σκουπίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулювати, видалити, викресліть, викреслювання, вилучіть, винищити, винищувати, витерти, витирати, відмінити, знесіть, знищити, знищте, знищувати, зносіть, нищити, носити, одяг, одягатися, прати, скасовувати, скасувати, стерти, стирати, підмітати
σκουπίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ścierać, wycierać, zamiatać
σκουπίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σκουπίζω ονειροκρίτης, σκουπίζω στα αγγλικά, σκουπίζω όνειρο, σκουπίζω αόριστος, σκουπίδια μετάφραση, σκουπίζω αγγλικα, σκουπίζω meaning