lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκοτώνω

Λεξικό: αγγλικά σκοτώνω
Μεταφράσεις: assassinate, murder, slay, fordo, kill, tomahawk, zap
σκοτώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vraždit, zabíjet, zabít, zavraždit, zničit, porážet, skolit, ubít
σκοτώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: massakrieren, morden, umbringen, erschlagen, schlachten, töten, totschlagen, ermorden
σκοτώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dræbe, ødelægge, myrde
σκοτώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asesinar, acochinar, atronar, fulminar, matar, matarse
σκοτώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assassiner, égorger, juguler, massacrer, tuer, assommer, immoler, occire, zigouiller
σκοτώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammazzare, assassinare, uccidere
σκοτώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: drepe, slakte, myrde
σκοτώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: убивать, умертвлять, убить
σκοτώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mörda
σκοτώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: murhata, tappaa, surmata
σκοτώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ubiti
σκοτώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyilkol, gyilkolni, agyonütni, agyonverni, meggyilkol
σκοτώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assassinar, assinar, matar, pasmar
σκοτώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mordować, zabijać, zamordować
σκοτώνω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: знішчаць, нішчыць, прыбіваць, прыводзіць, прыгнятаць
σκοτώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mõrvama, tapma
σκοτώνω στα εσθονική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ucide
σκοτώνω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вбивати, виконайтеся, встановити, вчинити, вчиняти, гасити, гасіть, геть, далеко, загасити, зайнятися, здати, зробити, класти, покладати, покласти, поміщений, поставити, потушити, притулити, притуляти, проставити, робити, смерть, ставити, тушити, убивати, убити, швабра, валіза, мішок, сумка, торба, торбина
σκοτώνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

σκοτώνω ονειροκρίτης, σκοτώνω δάντης στίχοι, σκοτώνω συνώνυμα, σκοτώνω δάντης, σκοτώνω ετυμολογία, σκοτώνω δάντης lyrics, σκοτώνω σου λέω για χάρη του έρωτά μας, σκοτώνω συνώνυμο, σκοτώνω στα ιταλικα, όνειρο σκοτώνω