lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκιαγραφώ

Λεξικό: αγγλικά σκιαγραφώ
Μεταφράσεις: adumbrate, drew, outline, delineate, draft, sketch, trace, scratch
σκιαγραφώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: črtat, načrtnout, nastínit, naznačit, rozvrhnout, skicovat, ukázat, naskicovat
σκιαγραφώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abreißen, aufreißen, entwerfen, skizzieren, zeichnen
σκιαγραφώ στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bosquejar, esbozar, delinear, dibujar, linear, planear, rasguñar, trazar, rajar
σκιαγραφώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brouillonner, dégrossir, ébaucher, esquisser, indiquer, crayonner, pocher, projeter, érailler
σκιαγραφώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbozzare, profilare, schizzare, tratteggiare
σκιαγραφώ στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: зарисовать, набросать, заштриховывать, обрисовывать
σκιαγραφώ στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alustaa, hahmotella, kaavailla, harjoitelma, kaavailu
σκιαγραφώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bosquejar, delinear, divulgar, esboçar, linear, planear
σκιαγραφώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: naszkicować, szkicować, zarysowywać
σκιαγραφώ στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: planlægge
σκιαγραφώ στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: skissera
σκιαγραφώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абмалёўваць
σκιαγραφώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: змалюйте, зображати, зображувати, зобразити, зобразіть, малювати, обрисовувати, окреслити, окреслювати, описати, описувати
σκιαγραφώ στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

σκιαγραφώ συνώνυμα, σκιαγραφώ συνώνυμο, σκιαγραφώ ορισμός