lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκίζω

Λεξικό: αγγλικά σκίζω
Μεταφράσεις: rip, tear, creep, palpable, quake, quaver, shake, shiver, shudder, thrill, tremble, trembler, vibrate, detach, distract, loosen, secede, lacerate, pluck, rupture, twitch, flounder, jerk, lint, lug, mangle, pull, tug, yank
σκίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: párat, potrhat, rozpárat, roztrhat, roztrhnout, rvát, servat, škubat, tahat, trhat, vyrvat, kmitat, vibrovat, detašovat, oddělit, odloučit, odlučovat, odpojit, odtrhnout, odvelet, odvrátit, pobavit, rozptýlit, rozvázat, utrhnout, vyčlenit, drásat, natrhat, očesat, oškubat, rozdrásat, rozsápat, škubnout, utrhat, vytrhávat, cloumat, trhnout, vléci, vytáhnout, vytahovat
σκίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: reißen, zerreißen, beben, schlottern, vibrieren, zittern, abreißen, abgebröckelt, abgerissen, ablenken, losgehen, pflücken, zerren, ziehen, zupfen
σκίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: riva, dirre, gyse, hutre, ryste, rystning, sitre, distrahere, pille, plukke, rive, hale, nappe, ruske, rykke, rykning, trække, trekke
σκίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: berrear, desgarrar, despedazar, rasgar, romper, calofriarse, palpitar, temblar, tiritar, vibrar, arrancar, destacar, distraer, entretener, arrastrar, deshilar, tirar
σκίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arracher, déchirer, démailler, frémir, lacérer, bondir, chevroter, flageoler, frissonner, grelotter, palpiter, panteler, trembler, trembloter, trépider, tressaillir, tressauter, vibrer, détacher, égrapper, trinquer, débaucher, desceller, distraire, divertir, cueillir, élancer, brouter, houspiller, mâcher, sabouler, saccader, tirailler, tirer, tourmenter
σκίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dilaniare, lacerare, rompere, squarciare, stracciare, strappare, straziare, fremere, rabbrividire, tremare, vibrare, distrarre, spiccare
σκίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: riva, darra, dirre, gyse, hutre, ryste, rystning, sitre, skake, skjelve, distrahere, pille, rive, dra, draga, hale, nappe, ruske, rykke, rykning, trekke
σκίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: драть, отрывать, рвать, вздрагивать, дрожать, знобить, трепетать, обрывать, отодрать, оторвать, дергать, дёргать, дрыгать, терзать, тянуть
σκίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: riva, bäva, dallra, darra, rysa, rysning, skälva, splittra, slita, draga, ryck, rycka, ryckning, sarga
σκίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дзерці, драць, кроіць, мучыць, рваць, цягнуць
σκίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: judisema
σκίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kiskoa, raadella, repäistä, repiä, hytistä, tutista, vapista, värähdellä, värjöttää, vavista, häiritä, noukkia, raahata, vetää
σκίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zadrhtati, brati, povući, vući
σκίζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: könny, szakítani, tépni, didereg, remegni, reszket, elszakít
σκίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desgarrar, dilacerar, rasgar, romper, fremir, tiritar, tremer, vibrar, desligar, destacar, distrair, divertir, entreter, colher, puxar, sacar, tirar, torturar
σκίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: tremura
σκίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, збирати, зібрати, зірвати, зламати, зламатися, ламати, ламатися, набирати, набрати, обриватися, перерва, перервати, підбирати, підібрати, побити, поломка, порушити, порушувати, рвати, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розріз, розрізати, розтрощити, розтрощувати, скупчувати, сльоза, трощити, вирізати, затискач, обривати, скоба, скріпка, гризніть, заворожіть, мучити, рвоніть, ривок, скочити, смикати, смикатися, смикнутися, стрибати, стрибнути
σκίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: drzeć, obrywać, oderwać, rwać, szarpać
σκίζω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tërheq
σκίζω στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

σκίζω ρίζω το λεμόνι, σκίζω στα αγγλικά, σκίζω λαγκάδια και βουνά, σκίζω τη γάτα, σκίζω συνώνυμα, σκίζω ή σκίζω, σκίζω τα ρούχα μου, σκίζω slang