lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκέφτομαι

Λεξικό: αγγλικά σκέφτομαι
Μεταφράσεις: allude, believe, contemplate, imagine, intend, mean, reckon, think, design, implant, plant, whiteout, arbitrate, deem, judge, opine, presume, suppose, try, understand, account, attention, count, heed, mind, overlook, repute, watch, whereas, cogitate, deliberate, ponder, reflect, wonder
σκέφτομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hloubat, hodlat, mínit, myslet, přemýšlet, rozmýšlet, snít, soudit, uvažovat, osadit, osázet, postavit, upevnit, zasadit, hodnotit, myslit, ocenit, oceňovat, odhadnout, odhadovat, odsoudit, posoudit, posuzovat, rozhodnout, rozhodovat, rozsoudit, věřit, ctít, kalkulovat, napočítat, odhad, odpočítat, počítat, považovat, pozorovat, prohlédnout, prozkoumat, spočítat, úcta, zamýšlet, odrážet, odrazit, přemítat, rozjímat, rozvážit, žasnout
σκέφτομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: denken, meinen, sinnen, gedacht, einsetzen, etwas, annehmen, beurteilen, geglaubt, gemeint, glauben, richten, schätzen, urteilen, achten, ansehen, aufpassen, betrachten, erachten, geachtet, bedenken, besinnen, reflektieren, staunen
σκέφτομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forestille, mene, synes, tænke, teske, tro, plante, anse, bedømme, beregne, dømme, vurdere, betrykte, esse, lala, lure
σκέφτομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: creer, imaginar, opinar, pensar, plantar, sentar, conceptuar, estimar, imaginarse, juzgar, atender, calcular, considerar, cuidar, admirarse, asombrarse, cavilar, reflexionar
σκέφτομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cogiter, imaginer, penser, raisonner, réfléchir, songer, spéculer, enraciner, planter, croire, estime, estimer, juger, compter, considérer, réputer, balancer, contempler, étonner, pense, repenser
σκέφτομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: immaginare, opinare, pensare, presupporre, riflettere, ritenere, piantare, calcolare, credere, giudicare, processare, stimare, considerare, contare, conto, reputare, ponderare, ragionare
σκέφτομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: mene, synes, tenke, tro, plante, anse, anta, bedømme, beregne, døma, dømme, mena, akta, betrakta, betrakte, ense, laga, besinna, gjenspeile, lure, reflektert
σκέφτομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: воображать, думать, мыслить, подумать, насаждать, верить, мнить, полагать, считать, обдумывать, отражать
σκέφτομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: synes, tänka, tende, plantera, tro, anse, anta, döma, mena, tycka, uppskatta, akta, beakta, betrakta, finna, laga, begrunda, besinna, reflektera
σκέφτομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mendoj, mbjell, besoj, gjykoj
σκέφτομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: думаць, разважаць, саджаць
σκέφτομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mõtlema, istutama, imestama, mõtisklema, peegeldama
σκέφτομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aikoa, ajatella, luulla, miettiä, istuttaa, juurruttaa, arvella, laskea, tuomita, uskoa, pitää, heijastaa, kummastus
σκέφτομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gondolni, átgondolni, elgondolkodik, meggondolni, elültetni, növény, ültet, ültetni, bíráskodik, bíró, ítél, ítélkezik, ítélkezni, ítélni, figyel, vigyázni, elgondolkodni
σκέφτομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: galvoti
σκέφτομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: achar, imaginar, julgar, opinar, pensar, fincar, plantar, acreditar, crer, estimar, imaginares, judiciar, atender, calcular, considerar, contar, espelhar, reflectir, reverberar
σκέφτομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: myslieť
σκέφτομαι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вважайте, вважати, вірити, гадати, допускайте, думайте, думати, значити, мислити, міркувати, надіятися, означати, очікувати, очікуйте, підлий, підраховувати, підрахувати, підрахуйте, повірити, повірте, подумати, припускати, припустити, рахувати, середина, середній, сподіватися, уявити, уявляти, чекати
σκέφτομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: myśleć, pomyśleć, sadzić, uważać, zastanawiać
σκέφτομαι στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: držati, misliti, vjerovati
σκέφτομαι στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

σκέφτομαι άρα υπάρχω, σκέφτομαι και γράφω β δημοτικού, σκέφτομαι και γράφω α δημοτικού, σκέφτομαι και γράφω, σκέφτομαι και γράφω γ δημοτικού, σκέφτομαι άρα αισθάνομαι, σκέφτομαι και γράφω ε δημοτικού, σκέφτομαι μα δεν υπάρχω, σκέφτομαι θετικά, σκέφτομαι σωστά νιώθω καλά