lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σκάβω

Λεξικό: αγγλικά σκάβω
Μεταφράσεις: bulldoze, delve, dig, hack, kick, mine, pick, burrow, chisel, emboss, engrave, etch, grub, imprinted, incise, nuzzle
σκάβω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dlabat, dřít, hloubit, kop, kopat, kutat, prokopat, rýpat, rýt, šťárat, vykopat, zrýt, hrabat, prohledávat, rozrýt, vřezat, vrýt, vyrýt
σκάβω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausschlagen, gegraben, graben, schaufeln, treten, wühlen
σκάβω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: grave, spa, sparke
σκάβω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abrir, ahoyar, cavar, cocear, empujón, excavar, patada, patear, pedrada, escarbar, grabar, hocicar
σκάβω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bêcher, creuser, effondrer, excaver, foncer, fouiller, fouir, labourer, piocher, buriner, graver
σκάβω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calciare, scavare, incidere
σκάβω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grave, spa, sparka, sparke
σκάβω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вскапывать, копать, пинать, гравировать, рыть
σκάβω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gräva, grave, sparka, böka
σκάβω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gërmoj
σκάβω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выбіраць, капаць, рыцца, рыць
σκάβω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tonkia, kaivaa, kaivertaa
σκάβω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ásni, elrúg, kapálni, rugdos
σκάβω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cavar, patada, patear, pedrada, revolver, gravar, purgar
σκάβω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kopati
σκάβω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викопайте, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, живець, зріз, копати, косити, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розкопати, розкопувати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, удар, фасон, випадковий, граблі, гусінь, дряпати, дряпатися, дряпина, дряпніть, корінь, нора, подряпина, почухати, почухатися, прикути, рити, ритись, ритися, тхір, чухати, чухатися
σκάβω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kopać, ryć
σκάβω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σκάβω συνωνυμα, σκάβω ονειροκριτης