lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σημαίνω

Λεξικό: αγγλικά σημαίνω
Μεταφράσεις: amount, betoken, connote, denote, designate, import, indicate, mark, mean, purport, signify, spell, tally, tick
σημαίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: designovat, označit, označkovat, označovat, oznámkovat, poznačit, poznamenat, signovat, stanovit, určit, určovat, ustanovit, vyznačit, vyznačovat, zaznamenat, značit, značkovat, znamenat
σημαίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bedeuten, besagen, bestimmen, bezeichnen, heißen, kenntlich
σημαίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: betegne, betyde, mening, mørke, teaken, vise
σημαίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: denotar, designar, implicar, marcar, precisar, querer, significar
σημαίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: définir, dénoter, désigner, déterminer, marquer, repérer, signifier, typer
σημαίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: contrassegnare, marcare, segnare, significare
σημαίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: betegne, bety, betyda, mening, mørke, teaken
σημαίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: знаменовать, значить, обозначать, означать, определять, отмечать, помечать, размечать
σημαίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: betyda, betydelse, märka, märke, markera, mening, signera, tecken
σημαίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tregoj
σημαίνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абазначаць
σημαίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: merkitä, osoittaa
σημαίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: obilježiti, označiti, značiti
σημαίνω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assinalar, denotar, designar, indicar, marcar, secular, significar
σημαίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ввезення, ввезти, ввозити, викладати, викласти, виражати, висловити, висловлювати, виявити, виявляти, відмітити, відмічати, віщувати, запропонувати, запропонуйте, значити, зображувати, зобразити, імпорт, імпортувати, означати, означити, перерва, підлий, позначати, позначити, показати, показувати, правописний, представити, представляти, пропонувати, репрезентувати, свідчити, середина, середній, символізувати, уособити, уособлювати, чаклунство, чари
σημαίνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oznaczać
σημαίνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σημαίνω συνώνυμα, σημαίνω χρονικη αντικατασταση, σημαίνω αρχικοί χρόνοι, σημαίνω ομορριζα, σημαίνω συνώνυμο, σημαίνω συναγερμό, σημαίνω βικιλεξικο, σημαίνω αρχαία